λάθος λύκο


Αποσπάσματα

Σελ 13-30

ΤΡΙΑΝΤΑ ΜΙΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, τριάντα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα.
   Στον ουρανό υπάρχει μια εφιαλτική κινητικότητα. Όγκοι από γκρίζα σύννεφα μετακινούνται. Η θάλασσα ένα μαύρο ατσάλι. Κύματα ξεσπούν στα βράχια της χερσονήσου, ο αφρός τους φτάνει μέχρι τον περίβολο του ναού των Αγίων Αποστόλων. Η βροχή που έπεφτε ρυθμικά όλη μέρα έχει εξελιχθεί σε μπόρα.
   Στο βάθος η πολιτεία κείτεται σε σχήμα φωταγωγημένου πέταλου. Τα δημόσια κτίρια λούζονται από δεκάδες προβολείς. Οι ομόκεντροι κύκλοι των σπιτιών αναρριχώνται στα γύρω υψώματα.
   - Παράξενη Κυριακή, δαιμονισμένη, τρίζει τα δόντια ο Στέφανος.
   Βρίζει θεούς και δαίμονες.
   Στέκεται στο πλάτωμα του φάρου, στο σημείο όπου καταφεύγει συνήθως όταν είναι στις μαύρες του. Κλοτσάει ό,τι προεξέχει από το έδαφος, σκοντάφτει, παραλίγο να σωριαστεί. Ανάβει, με χίλιες προσπάθειες, τσιγάρο. Κατά διαστήματα καθαρίζει τα γυαλιά μυωπίας που φοράει. Με την ανάστροφη της παλάμης σκουπίζει το αλάτι, που παρά τη βροχή παραμένει στα βλέφαρα.
   Η εορταστική ατμόσφαιρα απέναντι τον αφήνει αδιάφορο. Το ίδιο αδιάφορο τον αφήνουν οι προσδοκίες των περίπου διακοσίων χιλιάδων κατοίκων της πόλης. Οι σκέψεις του βυθίζονται σε όσα τον απασχόλησαν και συνεχίζουν να τον απασχολούν τελευταία. Στον ανεκπλήρωτο έρωτα της Θάλειας προς τον ίδιο, στην προδοσία του φίλου του Σάββα, στα περίεργα καμώματα του Ότα, στις προτροπές του εξομολόγου του Αθανάσιου, στην απομάκρυνση από το πατρικό του. Εικόνες από τη ζωή του ξετυλίγονται σαν βιντεοταινία που έχει βάλει να παίξει στην τηλεόραση. Σφίγγει με τα δάχτυλα τη μακρύκαννη καραμπίνα που αγόρασε το μεσημέρι.
   Μέσα στην αντάρα ο φάρος πίσω του μεγιστοποιεί κάθε υποψία σκιάς. Ο Στέφανος στρέφει το βλέμμα προς το σημείο όπου υψώνεται εδώ και δεκάδες χρόνια. Μετράει με ακρίβεια δευτερολέπτου τα χρονικά διαστήματα που παρεμβάλλονται μεταξύ μιας δέσμης φωτός κι εκείνης που ακολουθεί: φως, σκοτάδι, φως και πάλι σκοτάδι. Με την ίδια ακρίβεια μετράει τα φυσίγγια που βρίσκονται στη δεξιά τσέπη του μπουφάν του. Χώνει το χέρι βαθιά, τα ψηλαφίζει με τις άκρες των δαχτύλων, μετρώντας μέχρι το έξι. Βεβαιώνεται για την ποσότητα, μετρώντας τα ξανά και ξανά.
   Πόσες φορές έκανε σήμερα με τη μηχανή τη διαδρομή από το σπίτι του στο φάρο; Έχασε το λογαριασμό.    Καπνίζει το ένα μετά το άλλο στριφτά τσιγάρα, τα ενισχύει με λίγο χόρτο. Πίνει το υπόλοιπο κρασί που κουβάλησε μαζί του. Συμβουλεύεται την ώρα, κοιτάζοντας εντελώς κακόπιστα το ρολόι του. Μετράει λεπτά και δευτερόλεπτα: Δώδεκα παρά είκοσι, παρά δεκαεφτά... Ο αριθμός δώδεκα μεγεθύνεται στο μυαλό του. Γίνεται ένα είδος καμπής που, αν καταφέρει να την υπερβεί, θα ησυχάσει μια για πάντα.
   Κατά διαστήματα αισθάνεται ενοχλήσεις στην πλάτη του. Τα κομματάκια από γυαλί που χώθηκαν στο δέρμα του όταν, πριν από λίγη ώρα, σωριάστηκε στα πλακάκια της κουζίνας του τον αγκυλώνουν και τον ενοχλούν. Την ώρα που έκανε μπάνιο - ανεξήγητα πώς - το γεμάτο αποτσίγαρα σταχτοδοχείο έπεσε από το τραπέζι, όπου ήταν τοποθετημένο, και γέμισε το πάτωμα θρύψαλα. Ενόσω ήταν ακόμη γυμνός, επιχείρησε να τα βγάλει, χωρίς επιτυχία. Το ίδιο και με το γυαλάκι που είναι σφηνωμένο στη δεξιά παλάμη του.
   Επιθεωρεί το μικρό μπιτόνι με τη βενζίνη, τακτοποιεί τα γκαζάκια στο σάκο. Στα καρφιά διστάζει. Την προηγουμένη είχε επισκεφθεί τη μάντρα με τα οικοδομικά υλικά στην Παλιά Αγορά και προμηθεύτηκε δύο κιλά πρόκες, των έξι και οκτώ πόντων. Ζυγίζοντας τώρα στις χούφτες του τις δύο χαρτοσακούλες, θεωρεί ότι είναι πολλά. Σκορπίζει το μισό από το περιεχόμενο της καθεμίας στις ρίζες των δέντρων.
   Στήνει το σάκο όρθιο στη στέψη του χαμηλού μαντρότοιχου, καθιστώντας το στόχο απροστάτευτο. Στα μάτια του φαντάζει με κρατούμενο φυλακών που επιχειρεί να αποδράσει. Ο Στέφανος ακούει σειρήνες που ξεσηκώνουν τον τόπο, σκυλιά που γαβγίζουν. Βλέπει φρουρούς να σημαδεύουν τον κρατούμενο διατάζοντάς τον να σταματήσει. Να παραδοθεί.
   Στερεώνει την καραμπίνα στην ωμοπλάτη και σημαδεύει το ομοίωμα στην καρδιά.
   - Μπαμ, μπαμ…, μιμείται τον ήχο της υποτιθέμενης εκπυρσοκρότησης.
   Σημαδεύει ψηλά, στην καρδιά, χαμηλά, ανάμεσα στα πόδια. Πυροβολεί τρεις φορές και τελειώνει. Αυτό ήταν.
   - Αυτό ήταν, λέει ικανοποιημένος.
   Η πρόβα της παράστασης που θα ακολουθήσει πήρε τέλος.
   Με παρόμοιο τρόπο θα ξεμπερδέψει σε λίγο με την αποστολή του. Θα τραβήξει μετά για ύπνο και το πρωί θα ξυπνήσει κανονικά. Όπως κανονικά θα ξημερώσει η καινούργια μέρα, η επομένη, οι άλλες που θα ακολουθήσουν. «Αφού καμιά μέρα δεν καθυστέρησε ποτέ το φως της από ντροπή για όσα έγιναν τη νύχτα». Κάπου το διάβασε αυτό ή το άκουσε. Το βέβαιο είναι πως οι ακτές θα χωρίσουν και αύριο από τα νερά και οι γραμμές των βουνών θα χαραχτούν στο φως. Δόξα, δόξα...
   Του αρέσουν, όσο κι αν είναι παράταιρες με την περίσταση, οι ποιητικές σκέψεις που κάνει για την επόμενη μέρα. Οι εικόνες της θάλασσας τον γαληνεύουν.
   Δυστυχώς, όχι για πολύ. Από το αλσύλλιο με τα πεύκα που βρίσκεται πίσω του ακούει, παρά την αμείωτη μπόρα, χόρτα που σπάζουν. Κάποιος παραμερίζει κλαδιά δέντρων.
   - Ο Σάββας! τρομάζει.
   Γονατίζει και παίρνει θέση μάχης. Είναι ο τελευταίος που θα περίμενε να συναντήσει αυτή την ώρα, σ’ αυτό το μέρος. Τον μισεί όσο κανέναν στον κόσμο. Δεν είναι λίγα τα καψώνια που του έκανε τελευταία. Οι προσβολές που υπέστη, από τότε που τον γνώρισε, παραμένουν άσβεστες. Έχει πολλά ράμματα για τη γούνα του.
   Θυμάται.


   Ήταν δεν ήταν δώδεκα χρόνων. Φορούσε τα καλά του, μακρύ ναυτικό παντελόνι, σακάκι σταυρωτό, καπέλο με κόκκινη φούντα. Καθόταν μόνος, κάτω από μία ακακία, επάνω σε έναν τύμβο από καστανόχωμα που υπήρχε στον κήπο. Κάποια στιγμή φάνηκε ο Σάββας, ντυμένος κι εκείνος με τα καλά του. «Πάρε», του είπε, προσφέροντάς του μία τερατόμορφη μάσκα. Εκείνος φορούσε τη δική του, εξίσου τρομακτική. Ο Στέφανος προς στιγμήν αμφέβαλε αν ήταν Απόκριες ή Πρωτοχρονιά. Θυμήθηκε ότι το προηγούμενο βράδυ οι γονείς του είχαν διοργανώσει μασκέ χορό στο σπίτι τους. «Τι έγινε», τον ρώτησε ο Σάββας, «γάμησες καμιά κολομπίνα χθες βράδυ;» «Σκάσε, βρωμιάρη», αγρίεψε ο Στέφανος, «θα σου φάω το αυτί». Ο λοβός του άλλου του αυτιού ήταν ήδη φαγωμένος. Άρχισαν να παλεύουν. Ο Στέφανος, μανιασμένος, τον έριξε κάτω. Με έναν επιδέξιο ελιγμό ο Σάββας τον έφερε τούμπα, ανατρέποντας την κατάσταση. Ο Στέφανος βρέθηκε ανάσκελα. Απ’ αυτή τη στάση είδε να έρχονται στρατιές ανδρών. Φορούσαν άσπρες κουκούλες. Έμοιαζαν με οπαδούς της Κου Κλουξ Κλαν, έτοιμοι να βάλουν φωτιά στα πάντα. Με γυρισμένο πάντα το κεφάλι είδε τον αρχηγό τους, που δεν ήταν άλλος από τον Σάββα. «Τι κάνει η μάνα σου, ρε», τον ρώτησε, «τον παίρνει;» «Εσύ τον παίρνεις», του αντιγύρισε ο Στέφανος και, σαν σε όνειρο, βρέθηκε στο νεκροταφείο, δίπλα σε μια ταφόπλακα από λευκό μάρμαρο. Στο κέντρο της έγραφε το όνομα της μητέρας του. Αισθάνθηκε δυστυχισμένος και έβαλε τα κλάματα. Όταν γύρισε στο σπίτι, ο πατέρας του του έβαλε τις φωνές. «Εσύ την πέθανες!», ούρλιαζε. «Γιατί πέθανες τη μάνα σου;» Τον άρχισε στο ξύλο. Μέχρι το άλλο πρωί συνέχισε να τον δέρνει.

   Συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στα τέσσερα μέσα στη λάσπη. Απορεί πώς βρέθηκε έτσι εκεί. Του είναι αδύνατον να σηκωθεί.
   - Πρέπει να σηκωθώ, κλαψουρίζει, να πάω εκεί.
   Αν κάποιος τον ρωτούσε πού ήταν το εκεί που έπρεπε να πάει, δεν θα ήταν σε θέση να απαντήσει.
   Παραμένει στα γόνατα, με ακουμπισμένο το πιγούνι στην κάννη της καραμπίνας. Μέσα από τη λάμψη μιας παρατεταμένης αστραπής βλέπει τη νύχτα μέρα. Τη ζωή του στην είσοδο της Δευτέρας Παρουσίας. Η βροντή που ακολουθεί είναι εκκωφαντική.
   Το ίδιο εκκωφαντική είναι και η φωνή που τον διατάζει.
   - Σκότωσ’ τον, τον τινάζει πίσω η διαταγή.
   - Προλαβαίνω; αναρωτιέται ο Στέφανος.
   Πανικόβλητος κοιτάζει την ώρα: Δώδεκα παρά οχτώ.
   - Προλαβαίνω, πετάγεται όρθιος παραπαίοντας.


   Θολωμένος από το χασίς και το κρασί μαζεύει τα σκορπισμένα εδώ κι εκεί αντικείμενα. Τρέμει μη χτυπήσει δώδεκα το ρολόι της εκκλησίας. Μούσκεμα ο ίδιος, βουτηγμένος στη λάσπη, θεωρεί πολυτέλεια τα νερά στη σέλα. Καβαλάει τη μηχανή και γκαζώνει με μανία. Το σπίτι όπου πρέπει να πάει είναι κοντά. Η στροφή, το καλντερίμι, μισό τσιγάρο δρόμος με τα πόδια.
   Παντού επικρατεί υγρή ερημιά. Οι πολυσύχναστες ταβέρνες και τα καφέ των γύρω δρόμων είναι κλειστά, το περίτεχνο οίκημα του Κυβερνείου σκοτεινό.
   Φτάνει στη μέση της απότομης ανηφόρας. Δεξιά κι αριστερά τρέχουν νερά, το λιθόστρωτο γυαλίζει. Σε άλλη περίπτωση θα τον μάγευε η εικόνα. Σταματάει έξω από την πόρτα του στενάχωρου διώροφου. Αν σήκωνε τα χέρια σε έκταση, θα ακουμπούσε τους σοβάδες των αντικριστών σπιτιών. Στερεώνει τη μηχανή στον απέναντι τοίχο. Γυμνώνει την καραμπίνα από τις πράσινες πλαστικές σακούλες με τις οποίες ήταν τυλιγμένη. Τις πετάει στο δρόμο. Ο αέρας τις σφηνώνει στη ρίζα ενός δέντρου. Δώδεκα παρά τρία. Στρέφει την κάννη και πυροβολεί δύο φορές στον αέρα.
   - Καλή χρονιά… Και του χρόνου…, ακούγονται οι ευχές κάποιων αθέατων που, παρά τη βροχή, έχουν βγει στο μπαλκόνι για να υποδεχθούν τον νέο χρόνο με σαμπάνιες και βεγγαλικά.
   Ένας νεαρός, προφανώς της παρέας, παροτρύνει τον βιαστικό εορταστή να ρίξει κι άλλες μπαταριές.
   - Δώστου, μεγάλε… Ρίξε κι άλλες, να γίνει σαματάς…
   Ο Στέφανος ρίχνει άλλη μία φορά. Σκουπίζει το νερό από τα γυαλιά του. Βγάζει από την τσέπη του μπουφάν τρία φυσίγγια. Τα τοποθετεί στον αποθηκευτικό χώρο της καραμπίνας. Πρέπει το όπλο να είναι γεμάτο. Χτυπάει επίμονα το κουδούνι της εξώπορτας. Την ίδια στιγμή κάποιος από μέσα ανοίγει βιαστικά το παραθυράκι της πόρτας, ταυτοχρόνως και την πόρτα. Είναι μια γυναίκα ντυμένη με τα καλά της. Χαμογελάει, έτοιμη να δεχθεί ευχές από κάποιον που της κάνει ποδαρικό. Στη θέα της καραμπίνας κοκαλώνει. Το χαμόγελο παγώνει στα χείλη της.
   - Ληστεία, φωνάζει εκείνος.
   Χώνει την κάννη στο άνοιγμα της πόρτας.
   Τα μάτια τής γυναίκας διαστέλλονται, θολώνουν, από κει και πέρα δεν μπορούν να δουν καθαρά. Τα χείλη της στραβώνουν, ανίκανα να ζητήσουν βοήθεια. Ένας εύσωμος άντρας με μαύρο μπουφάν, κουκούλα και γυαλιά τη σημαδεύει με μια καραμπίνα στο κεφάλι. Προσπαθεί να τον απωθήσει. Πέφτει πάνω στο φύλλο της πόρτας, να την κλείσει. Ο ληστής τη μιμείται, βάζοντας παράλληλα εμπόδιο το πόδι του. Ρίχνει όλο το βάρος του από την αντίθετη πλευρά. Η άνιση αναμέτρηση κρατάει δευτερόλεπτα. Τεράστιος μπροστά της την παραμερίζει και μπαίνει στο σπίτι.
   Δώδεκα ακριβώς! Δεκάδες πυροβολισμοί ξεσηκώνουν τον τόπο. Ομοβροντίες από το λιμενοβραχίονα, βεγγαλικά από το Δημαρχείο, κωδωνοκρουσίες από τις εκκλησίες της πόλης. Το ρολόι των Αγίων Αποστόλων συμμετέχει στους πανηγυρισμούς με δώδεκα ξερούς χτύπους.
   Ο Στέφανος ουρλιάζει από χαρά.
   - Ληστεία, ληστεία, επαναλαμβάνει και περνάει στο τετράγωνο χολ-καθιστικό.
   Ξανασπρώχνει τη γυναίκα. Εκείνη χτυπάει πάνω σε κάτι αιχμηρό και βγάζει κραυγή απ’ τον πόνο. Βλέπει αίμα στην παλάμη της και σωριάζεται στο πάτωμα.
   - Πού είναι εκείνος; τη ρωτάει άγρια. Πού τον έχεις κρυμμένο;
   Πετάει το σάκο και το μπιτόνι αριστερά στον καναπέ. Με τη φόρα που έχει, ρίχνει ένα βάζο με φανταχτερά πλαστικά λουλούδια.
   Από δίπλα ακούγεται ένας ξερός θόρυβος. Κάποιος έχει σκοντάψει σε τραπέζι ή καρέκλα. Ο Στέφανος τρέχει να δει. Βρίσκεται στην κουζίνα του σπιτιού. Κάτω στο μωσαϊκό υπάρχει ένα ρόδι που κάποιος βιαστικός το έχει σπάσει πριν την ώρα του. Οι σπόροι του, σκορπισμένοι σε άνισες ακτίνες, ακόμη στάζουν. Βλέπει ένα ψηλό και λεπτό κορίτσι, κάτω των είκοσι, που ανοίγει την πίσω πόρτα του σπιτιού και ορμάει έξω. Εκπλήσσεται, δεν είχε υπολογίσει σε τρίτη παρουσία. Το ακολουθεί με το όπλο προτεταμένο. Απειλεί να πυροβολήσει.
   - Τρέχα, Ουρανία, ακούει τη γυναίκα να ουρλιάζει από μέσα. Ανέβα επάνω και κλείδωσε...
   Ο Στέφανος κάνει να γυρίσει πίσω, να της βουλώσει το στόμα. Μετανιώνει. Ακολουθεί το κορίτσι στον κήπο. Το βλέπει που περνάει στην αυλή του διπλανού σπιτιού. Τρέχει σαν ζαρκάδι προς την εξωτερική στριφογυριστή σκάλα που οδηγεί στον επάνω όροφο, φωνάζοντας «μαμά, μαμά!». Τη φωνή της καταπίνει το σκοτάδι, τη σκεπάζει η βροχή. Το ίδιο και την παραπλάνηση. Ξέρει ότι απουσιάζουν οι δικοί της από το σπίτι αλλά, επάνω στον πανικό της, τι να φώναζε; Αυτόματα ανάβει ο γλόμπος του τοίχου, φωτίζοντας αμυδρά τη σκάλα. Το κορίτσι γυρίζει αλαφιασμένο να δει τον ληστή. Τον βλέπει, για ένα δευτερόλεπτο, έτσι όπως στέκεται στο πρώτο σκαλοπάτι της σκάλας. Φωνάζει πάλι «μαμά», συνεχίζοντας την πιλάλα. Ο Στέφανος μένει στην ξένη αυλή να το κοιτάζει αναποφάσιστος. Δεν έχει καμιά δουλειά μαζί του, ούτε με τους ενοίκους του επάνω ορόφου των δίπλα, όποιοι κι αν είναι. Επιπλέον, η σκάλα είναι στενή και απότομη, πού ν’ ανεβαίνει. Θα λαχανιάσει κι ύστερα όλα θα είναι δύσκολα. Το κορίτσι ανοίγει την εξώπορτα και χώνεται μέσα. Ο Στέφανος υποπτεύεται ότι γυρίζει το κλειδί δύο φορές από πίσω. Το φως της σκάλας σβήνει ξαφνικά, όπως άναψε.
   Ο Στέφανος μένει μόνος στο σκοτάδι και στη βροχή. Το νερό, παρά την κάλυψη, γλιστράει στο μέτωπο, τρυπώνει στα μάτια του. Δημιουργεί κάθετες ραβδώσεις στους φακούς των γυαλιών του. Όλα στον κήπο είναι θολά.
   Για κλάσμα δευτερολέπτου του φαίνεται πως, πίσω από την πλάτη του, μια σκιά μόλις τρύπωσε στην κουζίνα. Την είδε με την άκρη του ματιού του. Φαντάζεται πως η πόρτα είναι κλειστή. Προσπαθεί να θυμηθεί αν την έκλεισε ο ίδιος όταν βγήκε ή την άφησε ανοιχτή. Του είναι αδύνατον. Επάνω στη βιασύνη μπορεί το ένα, μπορεί και το άλλο. Αμφιβάλλει για τα πάντα.
   - Η ιδέα μου είναι, λέει, ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στον κήπο.
   Ξεχωρίζει, θολά, τα πολύχρωμα πλαστικά λουλούδια – στη θέση των φυτών που θα περίμενε κανείς - που είναι μπηγμένα στο χώμα, στις γλάστρες και στα παρτέρια του περιορισμένου χώρου. Το νερό της βροχής τα κάνει να γυαλίζουν. Ένα πλαστικό ανθεστήριο, με κάθε λογής απομίμηση εγχώριων και εξωτικών λουλουδιών. Ανάμεσά τους υπάρχουν διάσπαρτα παγόνια, λιοντάρια και τίγρεις από γύψο. Παραδίπλα ένας εντοιχισμένος λιλιπούτειος κυνηγός. Νάνοι σε υπερφυσικό μέγεθος, μια μικροσκοπική Χιονάτη.
   Του τη δίνουν αυτές οι μαλακίες. Απορεί για την ανατροπή του γνωστού παραμυθιού.
   Επιστρέφει στην πόρτα της κουζίνας. Είναι, όντως, κλειστή. Κάνει να την ανοίξει και το πόμολο μένει αμετακίνητο. Κάποιος την κλείδωσε από μέσα.
   - Άνοιξε, διατάζει, χωρίς να ξέρει ποιον.
   Από το εσωτερικό δεν αποκρίνεται κανείς.
   - Άνοιξε, μωρή σκρόφα! απευθύνεται στη γυναίκα που, πριν από λίγο, του άνοιξε την εξώπορτα.
   Σημαδεύει την κλειδαριά, αδιαφορώντας για το αίμα από το χέρι του που κολλάει στο κοντάκι της καραμπίνας. Το γυαλάκι από το σπασμένο σταχτοδοχείο παραμένει σφηνωμένο στην παλάμη του. Με δύο πυροβολισμούς η πόρτα σωριάζεται. Πατώντας επάνω της βρίσκεται και πάλι στο εσωτερικό του σπιτιού. Με ένα άνοιγμα των ποδιών αποφεύγει τους σπόρους από το ρόδι στην κουζίνα. Στο χολ-καθιστικό κυριαρχεί η λάμψη μιας έγχρωμης τηλεόρασης. Πώς δεν την είχε προσέξει από την αρχή! Δύο από τους πλέον γνωστούς παρουσιαστές, ένας άνδρας και μία ξανθιά με πλούσιο στήθος, συνεχίζουν να πανηγυρίζουν για την είσοδο του νέου έτους. Πλήθος κόσμου παραληρεί σε κάποια πλατεία της πρωτεύουσας. Μια μπάντα παιανίζει κάτι σαν εύθυμο εμβατήριο. Εκτοξεύονται βεγγαλικά.
   Ψάχνει με το βλέμμα τη γυναίκα. Πουθενά. Θυμάται τη σκιά του κήπου. Μπα, η ιδέα του ήταν. Παίρνει βαθιά ανάσα, θαρρείς ανακούφισης. Αντικαθιστά, με αξιοθαύμαστη ηρεμία, τα δύο φυσίγγια που ξόδεψε στην πίσω πόρτα. Δεξιά βλέπει μια πόρτα κλειστή, κατευθύνεται προς τα κει. Την ανοίγει και βρίσκεται σε ένα σκοτεινό, άδειο από ανθρώπινη παρουσία σαλόνι. Ορμάει προς την άλλη, αριστερά. Κάνει να την ανοίξει και τη βρίσκει κλειδωμένη. Δαιμονισμένος διατάζει κάποιον, που υποθέτει ότι βρίσκεται από πίσω, να του ανοίξει.
   - Άνοιξε, γαμώτο! Σε είδα που τρύπωσες μέσα!, λέει ψέματα.
   Πυροβολεί στο ύψος της κλειδαριάς. Πρώτα ακούει την κραυγή κι ύστερα βλέπει τη γυναίκα που είναι κουλουριασμένη στα πόδια του κρεβατιού.
   - Μη μας κάνεις κακό!, τον εκλιπαρεί.
   Απλώνει τα χέρια της. Στις χούφτες της γυαλίζουν χρυσαφικά.
   - Πάρε ό,τι θες, του προσφέρει αλυσίδες, ντούμπλες και πεντόλιρα.
   - Άσε με, κυρά μου, να κάνω τη δουλειά μου, την αποπαίρνει. Άι σιχτίρ, κι εσύ και τα μαλάματα. Παράτα με…
   Το δωμάτιο φωτίζεται αμυδρά.
   - Πού είναι εκείνος; ουρλιάζει.
   - Ποιον ψάχνεις; τον ρωτάει η γυναίκα.
   - Πού κρύβεται ο Διάβολος; της ακουμπάει την κάννη στο μέτωπο.
   - Μην του κάνεις κακό, ψελλίζει εκείνη. Είναι άρρωστος, ψήνεται στον πυρετό. Πες σ’ εμένα τι θέλεις…
   - Τι να σε κάνω εσένα, την κόβει. Μ’ εκείνον θα λογαριαστώ.
   Τον βλέπει στο κρεβάτι ξαπλωμένο ανάσκελα, σαν να κοιμάται. Έχει τραβηγμένα τα σκεπάσματα ψηλά, μέχρι το λαιμό. Προεξέχουν το κεφάλι και το δεξί του χέρι. Το πρόσωπό του είναι νεκρικό, τα βλέφαρα κλειστά. Ο Στέφανος γνωρίζει καλά αυτό το πρόσωπο, αυτή την προσποίηση. Ο άλλος δεν κουνιέται, δεν αναπνέει καν. Η πρόθεσή του να τον παραπλανήσει είναι ολοφάνερη.
   Ο Στέφανος ακούει έναν ανεπαίσθητο θόρυβο κάτω από το κρεβάτι, σαν σύρσιμο σαύρας. Του περνάει από το μυαλό πως είναι η σκιά του κήπου. Πασχίζει να ακούσει πιο καθαρά• τίποτε.
   - Η ιδέα μου είναι, επαναλαμβάνει για να καθησυχάσει τον εαυτό του.
   Του φαίνεται πως αυτός που είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι κούνησε τα βλέφαρα, τίναξε τον αντίχειρα. Ο Στέφανος τρέμει στο ενδεχόμενο να ανοίξει τα μάτια για να τον δει, να σαλέψει τα χείλη για να του μιλήσει. Κλείνει πανικόβλητος τα μάτια του και βυθίζεται στο σκοτάδι. Τα πάντα μέσα του κλονίζονται. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου τού περνάει από το μυαλό να φύγει. Να παρατήσει το στόχο του, έτσι όπως εκείνος υποδύεται τον πεθαμένο, και να το βάλει στα πόδια. Πίσω από τα βλέφαρά του στροβιλίζονται κύκλοι από φώσφορο. Ακούει φωνές και ουρλιαχτά. Όχι, πρέπει πάση θυσία απόψε να σωθεί. Να σώσει τον κόσμο όλο.
   Στο ακάλυπτο χέρι του «νεκρού» διακρίνει τις τρίχες, τα άκοπα νύχια. Του είναι αδύνατον να τραβήξει το βλέμμα από τις φλέβες. Βλέπει τα δάχτυλα ενωμένα μεταξύ τους με μια λεπτή διάφανη μεμβράνη. Στο κρεβάτι είναι ξαπλωμένος ένας σιχαμερός κόκκινος πτεροδάχτυλος. Ένα επικίνδυνο ερπετό που πρέπει να εξοντωθεί.
   Η γυναίκα, από τη θέση που βρίσκεται, τυλίγεται στα πόδια του, να τον παγιδέψει.
   - Μη τον σκοτώσεις, τραβάει με όση δύναμη διαθέτει τις λασπωμένες του μπότες.
   Ο Στέφανος της δίνει μια κλοτσιά στα τυφλά. Η γυναίκα σβήνει, κυλάει στο πάτωμα λιπόθυμη.
   Το βλέμμα του Στέφανου σκοτεινιάζει, το μυαλό του είναι θολό. Στην προσπάθεια να κάνει ένα βήμα μπροστά, σκοντάφτει σε κάτι αδιευκρίνιστα μαλακό. Σαν σε σώμα ανθρώπου. Κάποιος ορμάει επάνω του, επιχειρεί να παλέψει μαζί του, να του πάρει την καραμπίνα.
   - Ο Σατανάς, παραλύει ο Στέφανος.

   Στα πρώτα λεπτά του νέου έτους τα πάντα διαδραματίζονται με ταχύτητα κινηματογραφικής ταινίας.
   Το δεξί του χέρι τινάζεται μπροστά. Οι πυροβολισμοί που ακολουθούν ταράζουν το σπίτι συθέμελα. Καλύπτουν τους έξω πανηγυρισμούς. Ο ήχος χτυπάει στο ταβάνι, αντηχεί στον απέναντι τοίχο και επιστρέφει στο αιμόφυρτο σώμα. Η κάννη της καραμπίνας τινάζεται πέντε φορές.
   Τρία φυσίγγια στο κεφάλι.
   Τρία χαμηλά, στα γεννητικά όργανα.
   - Πάρ’ τα, ρε πούστη, ουρλιάζει.
   Στον τοίχο, εκεί που είναι στριμωγμένο το κρεβάτι, τινάζονται αίματα ανάκατα με μικρά θραύσματα από κόκαλα. Βλέπει με ευχαρίστηση το μείγμα που κυλά προς τα κάτω, σχηματίζοντας ρυάκια. Κοιτάζει το αίμα της παλάμης του. Δεν λέει να σταματήσει το γαμημένο. Το γλείφει με τη γλώσσα. Παραμερίζει με το πόδι την αναίσθητη γυναίκα. Με μια δρασκελιά εγκαταλείπει το υπνοδωμάτιο. Στο χολ-καθιστικό, επάνω στον καναπέ, βλέπει το μπιτόνι και το σάκο με τα σύνεργα. Τα συμπράγκαλα που κουβάλησε του είναι άχρηστα.
   - Είμαι ελεύθερος, φωνάζει, έξαλλος από χαρά. Σώθηκα. Έσωσα τον κόσμο όλο.

   Στο δρόμο βρίσκεται αντιμέτωπος με εκκωφαντικούς ήχους μουσικής. Μερικά σπίτια πιο πάνω μία παρέα παιδιών - οι ίδιοι, άραγε, που του είχαν ευχηθεί πρόωρα; - γλεντούν συνοδεία κρουστών και ηλεκτρικής κιθάρας.
   - Κωλόπαιδα…, τρίζει τα δόντια
.    Στην κατηφόρα αντηχούν φωνές, από το εσωτερικό των σπιτιών ακούγονται κλήσεις τηλεφώνων. Από τον κάτω δρόμο με τα εμπορικά καταστήματα τα κορναρίσματα των οχημάτων προκαλούν πανδαιμόνιο.
   - Καριόληδες, βρίζει τους πάντες.
   Είναι θυμωμένος, ενώ δεν θα έπρεπε. Η βροχή συνεχίζει να του τρυπάει το κεφάλι, να τρυπώνει στο γιακά του μπουφάν. Καβαλάει τη μηχανή και στηρίζει την άδεια καραμπίνα ανάμεσα στα πόδια. Δεν νοιάζεται που γυαλίζει ακάλυπτη. Τις πλαστικές σακούλες θα τις παρέσυρε ο αέρας μακριά. Άλλωστε δεν τις αναζήτησε καν μετά. Γκαζώνει με μανία. Κατηφορίζει προς την πόλη ελεύθερος. Νικητής και τροπαιούχος.

   Το κορίτσι από το επάνω πάτωμα των δίπλα προσπαθεί να τηλεφωνήσει στη μητέρα του που απουσιάζει από το σπίτι.
   - Μαμά, βοήθεια, κλέφτης…, παραληρεί προτού καν ολοκληρώσει τον δεκαψήφιο αριθμό στο κινητό. Τρέξε…, παρακαλά.
   Από την άλλη πλευρά μία μεταλλική φωνή την πληροφορεί πως ο αριθμός που καλεί είναι κατειλημμένος.
   - Βοήθεια…, οι δυνάμεις της την εγκαταλείπουν.
   Αργότερα, όταν οι δικοί της θα προσπαθούν να τη συνεφέρουν, δεν θα θυμάται να πει αν πρόλαβε ή όχι να καλέσει την αστυνομία.




Σελ 250-255

   Τον Στέφανο επισκέπτεται στο κελί του η Ευγενία. Στέκεται, σαν στήλη άλατος, έξω από την πόρτα που της ανοίγει ο φύλακας. Με το που αντικρίζει τον Νάκο της ένα κουβάρι στο πάτωμα, χαλαρώνει το κάτω χείλος, λύνεται το σαγόνι της, είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Ο φύλακας τη στηρίζει για να μη σωριαστεί. Η Ευγενία πιέζεται να χαμογελάσει, μ’ ένα χαμόγελο που προσεγγίζει το παράλογο. Ο Στέφανος δεν μιλά. «Πρέπει ν’ αρχίσω απ’ την αρχή», σκέφτεται η Ευγενία, «να του μάθω τις εύκολες λέξεις».
   Πόσο είχε αγαπήσει το πέμπτο από τα παιδιά της, παρ’ όλες τις αρχικές επιφυλάξεις της. Κι ο Νάκος την αγάπησε, είναι σίγουρη γι’ αυτό. Όμως δεν ήξεραν πώς να το πει ο ένας στον άλλο. Ένα μείγμα φόβου και ανεξήγητης αξιοπρέπειας μετέτρεπε αυτό που θα μπορούσε να είναι φυσικό σε πάγο. Η ίδια το βίωνε σαν ντροπή, αργότερα σαν βάρος. Θέλει να τον πλησιάσει, να γεφυρώσει, έστω και τώρα, το χάσμα ανάμεσά τους. Τα πόδια της μολύβια, δεν υπακούν.
   «Πόσο κόντυνε!» λυπάται ο Στέφανος για τη μητέρα του. Τελευταία, κάθε φορά που την έβλεπε, του φαινόταν όλο και πιο κοντή. Όμως, παρά τη συρρίκνωση, παραμένει κοκέτα. Του αρέσει η τούφα των μαλλιών της, έτσι παιχνιδιάρικα που πέφτει στο μέτωπο. Τα μαλλιά της είναι λευκά, νοσταλγεί το λουλακί χρώμα που κάποτε την έκανε ξεχωριστή. «Αριστοκράτισσα», καμαρώνει για τη μητέρα του. «Αν μείνει λίγο ακόμη κοντά μου θα της ζητήσω…» Δεν ξέρει τι να ζητήσει από τη μητέρα του.
   Της δείχνει τον επιχείλιο έρπητα που εμφανίστηκε από την πρώτη μέρα της κράτησής του. Αναφέρει τη σπαστική κολίτιδα που τον ταλαιπωρεί, τις κράμπες, τους σπασμούς.
   «Γιατί, Θεέ μου;» απελπίζεται εκείνη, έτοιμη να λιποθυμήσει.
   «Νάκο μου, λατρεία μου, φως μου», θέλει να τον κανακέψει. «Μωράκι είσαι ακόμη, μη ζαρώνεις τα φρύδια σου».
   Δεν τολμά να θίξει το θέμα. Απαγορεύει στον εαυτό της να ρωτήσει οτιδήποτε. Πολλές από τις απορίες της θα μείνουν αναπάντητες για πάντα. Σκέφτεται ότι πρέπει να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της με το φόβο πως τα πάντα μπορεί να σταματήσουν σε ένα λεπτό? όπως το να φύγει το κεφάλι της προς τα πίσω σαν να το έχουν πετύχει με σφαίρα από κοντά. Της είναι ανυπόφορο να έχουν ζωή οι άλλοι. «Αν σκοτώσουν τον Νάκο μου, θα σκοτωθώ», υπόσχεται στον εαυτό της, ανίκανη να αναλογιστεί το παράδοξο της σκέψης της. «Έχιδνες θα γεννήσω», απειλεί, «νέα τέρατα. Ύαινες θα φέρω από την Αφρική, σκορπιούς από τις ερήμους της Συρίας». Γίνεται σκληρή. Ένας παρόμοιος θάνατος θα ανατρέψει τις ζωές των υπόλοιπων παιδιών της, θα τις κάνει να πάρουν απρόβλεπτη κατεύθυνση. Θα φέρει τον κατακλυσμό, χωρίς κανένας από την οικογένεια να καταφέρει να αντισταθεί. Το κύμα του πόνου θα απλώνεται για χρόνια πάνω σε κείνους που θα συνεχίσουν να ζουν. Κι η ίδια θα είναι στοιχειωμένη, νεκρή.
   Δεν του λέει τίποτε για την αρρώστια της, του κρύβει τους πόνους που τη σφάζουν μέρα νύχτα. Κάνει δύο βήματα να χαϊδέψει τα μαλλιά του. Σκύβει να τον φιλήσει στα χείλη. Ο Στέφανος τραβιέται αηδιασμένος, σκεπάζει με τα χέρια την πληγή. Ουρλιάζει ταπεινωμένος. Η Ευγενία τον αποχαιρετά σαν να ξενιτεύεται. Στο βλέμμα της εμφανίζεται ένας βαθύς τρόμος. Αντιλαμβάνεται ότι τον κούρασε η επίσκεψη και το σκάει κυνηγημένη.

   - Μη φοβάσαι, προσπαθεί να τον εμψυχώσει η Ζηνοβία, όλα θα πάνε καλά. Θα τα αντέξουμε όλα. Εσύ είσαι δικό μου παιδί, τον κανακεύει, δεν σε φοβάμαι. Θυμάσαι στην Καστοριά; Παρακαλούσε ο Γκας να πάμε μαζί του στην Αμερική. Φοβηθήκαμε και να, τώρα το πληρώνουμε.
   Παρατηρεί τις ράθυμες κινήσεις του μικρού. Το σώμα του είναι ανίκανο να αντιδράσει. Το πρόσωπό του είναι τραβηγμένο, σχεδόν γερασμένο. «Έτσι θα είναι όταν γεράσει», συμπεραίνει η Ζηνοβία. Σκέφτεται ότι οι πιθανότητες αθώωσής του είναι ελάχιστες, μία στις έξι. Κάνει το λογαριασμό: Στη ρώσικη ρουλέτα που θα παιχτεί, οι σφαίρες στο πιστόλι του Στέφανου θα είναι πέντε. «Γιατί;» θέλει να του κλαυτεί. «Γιατί το έκανες αυτό σ’ εμένα; Εγώ που ήμουν έτοιμη να κόψω χέρια και πόδια για να σε κάνω ευτυχισμένο. Να σε αναδείξω σε ζωγράφο περιωπής».
   - Γιε μου, της έρχεται να κλάψει.
   Τον κλείνει στην αγκαλιά της. Πάχυνε κι άλλο, υπολογίζει τα κιλά του.

   Τον Στέφανο τον ενοχλεί το σαμπουάν στα μαλλιά της. Η μυρωδιά του στήθους της τον εκτινάσσει στο παρελθόν. Τότε που την είδε να λούζεται γυμνή, να τρίβει τις ρώγες των βυζιών της.
   Εκείνη του αφήνει γλυκίσματα και χρήματα.
   - Ευρώ, τα επιδεικνύει. Κοίταξε, μπουνταλά, να τα μάθεις.
   - Την άλλη φορά που θα ‘ρθεις, να φέρεις τσιγάρα και κρασί, τη διατάζει.
   Ο Στέφανος ξαφνικά γίνεται κακός μαζί της. Η Ζηνοβία προσποιείται πως δεν αντιλαμβάνεται την κακία του. Υπόσχεται να του φέρει τσιγάρα, κρασί, όλα τα καλά του κόσμου.
   Για την ασθένεια της Ευγενίας κουβέντα.
   Λίγο πριν φύγει, ο Στέφανος της δίνει τη μήνυση που συνέταξε κατά του Θεού.
   - Να την παραδώσεις στην ανακρίτρια, της λέει με ύφος αυστηρό.

   Η μήνυση:
   «Εγώ, ο Στέφανος Μουρατίδης, προφυλακισμένος στα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Λυκομήδειας, ζητώ την ανάληψη νομικής δράσης εναντίον του Θεού, κατοίκου Παραδείσου, εκπροσωπούμενου από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος».
   Οι κατηγορίες: «Εξαπάτηση, κακομεταχείριση και δωροδοκία».
   «Η βάπτισή μου», αναφέρει, «αποτέλεσε συμβόλαιο με τον Θεό, με το οποίο Εκείνος έδωσε την υπόσχεση να με προστατεύσει από τον Σατανά. Έλαβε από μένα αγαθά και προσευχές, με αντάλλαγμα την συγχώρεση και την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής. Όμως με εγκατέλειψε έρμαιο στα χέρια του Βελζεβούλη».
   - Και πώς θα προσαχθεί ο Θεός ενώπιον της δικαιοσύνης; απορεί η Ζηνοβία.
   - Δεν μ’ ενδιαφέρει, ξεσπά ο Στέφανος. Ας κόψει το κεφάλι Του.
   Η Ζηνοβία δαγκώνει τα χείλη της. Πού να τα πει αυτά και ποιος να τα ακούσει.



 

<<Αρχική Σελίδα