Μοιρασμένα χιλιόμετρα

Αποσπάσματα

Ι


Σελ 13-23

ΕΣΤΡΙΨΑ, ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ, το τιμόνι δεξιά. Έτρεχα με υπερβολική ταχύτητα. Οι ατέλειωτες ώρες απραξίας που είχαν προηγηθεί και το παχύ στρώμα ζέστης, που εδώ και μέρες κατακάθισε στην πόλη, είχαν βάλει ήδη κακές ιδέες στο μυαλό μου. Απ’ αυτές που μου σφηνώνονται και δε με εγκαταλείπουν παρά μόνο αν εκπληρωθούν.
Εάν πρόσθετα και την προσπάθεια την οποία κατέβαλλα για να διώξω τις σκέψεις που με ταλάνιζαν τελευταία, θα είχα το φάσμα των αιτιών που παραλίγο να προσπεράσω το σημείο με το σημάδι. Το διχαλωτό δέντρο, δηλαδή, του οποίου το ένα σκέλος είχα βάψει, πριν από πολλά χρόνια, με σπρέι, προς άμεση αναγνώριση της τοποθεσίας που υπήρχε κρυμμένη από κάτω. Της σχεδόν ιδιωτικής μου παραλίας. Αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι γης, που δεν ήταν για μένα απλό σκηνικό άλλα κάτι συνθετότερο.
Στο ραδιόφωνο έκαναν λόγο για θερμοκρασίες υψηλότερες των τελευταίων σαράντα ετών, για φονικό καύσωνα και άλλα παρόμοια τρομακτικά, που και μόνο η εξαγγελία τους μου προκαλούσε ιδρώτα.
Ταξίδευα μιάμιση ώρα, δίχως στάση. Για τον προορισμό μου - που ήταν, για άλλη μία φορά, η νήσος Θάσος - υπολείπονταν μισή ώρα οδικής ταλαιπωρίας και άλλη μία και βάλε θαλάσσιας. Η προσπάθεια που κατέβαλλα να απαλλαγώ από τις σκέψεις, από τη μία, εν μέρει τις εξουδετέρωνε, από την άλλη τις έκανε να μοιάζουν ανεξάντλητες.
Αισθανόμουν ότι κολλούσα. Μια βουτιά στα γαλαζοπράσινα νερά ήταν ό,τι περισσότερο είχα ανάγκη εκείνη τη στιγμή για να συνεχίσω το ταξίδι.
Κατά τα άλλα, η κούραση κούραση.

*


Κατηφορίζοντας τον κακοτράχαλο χωματόδρομο, τον είδα από μακριά.
Καθόταν γυμνός επάνω σε μια λαξεμένη πέτρα, με την πλάτη στραμμένη προς το δρόμο. Μισός στη θάλασσα, μισός έξω. Ένας Ροβινσώνας Κρούσος ξεβρασμένος. Η λεπτή στήλη του καπνού, που ξεκινούσε από τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του, φανέρωνε πως κάπνιζε. Ρέμβαζε αμέριμνος, καπνίζοντας.
Παραδίπλα, μια μηχανή μεγάλου κυβισμού γυάλιζε στον ήλιο. Προφανώς, η μηχανή του.

*


Την επόμενη στιγμή είχα την αίσθηση πως δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ο γνώριμος σε μένα, από παρόμοιες περιπτώσεις, ασφυκτικός κλοιός γύρω μου είχε ήδη σχηματιστεί.

*


Έσβησα τη μηχανή του αυτοκινήτου και το άφησα να τσουλήσει αθόρυβα στον κατήφορο. Κατέβηκα, βγάζοντας τα πέδιλα που φορούσα για να μη με μαρτυρήσει ο θόρυβος των χαλικιών. Την τελευταία στιγμή με πρόδωσε το τρίψιμο μιας καταραμένης κροκάλας.
Γύρισε ήρεμα προς το μέρος μου και με κοίταξε ίσια στα μάτια. Χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση για να καλύψει τη γύμνια του. Η παρουσία μου τον άφηνε αδιάφορο.
Χαριτωμένη αδεξιότητα, κατάφερα να επισημάνω.
Εντωμεταξύ, ο αιφνιδιασμός που επεδίωκα είχε πάει στράφι.
Είχα περάσει ήδη στην αδύνατη πλευρά.

*


Έμεινα να κοιτάζω τα πράσινα μάτια, το μαυρισμένο από τον ήλιο δέρμα του. Η εντύπωση κάποιας υπεροψίας και ανεμελιάς, που ευθύς εξαρχής μου δημιουργήθηκε, επιβεβαίωναν οι ανασηκωμένες άκρες των χειλιών και τα έντονα τόξα των φρυδιών του.
Ανόμοια συστατικά, ικανά να συνθέσουν ένα ντελικάτο και, συνάμα, πρόστυχο πρόσωπο.

*


Λίγο πριν με μαρτυρήσει η κροκάλα και στραφεί εκείνος προς την πλευρά μου, είχα προλάβει να δω το τατουάζ που ήταν στιγματισμένο στη δεξιά ωμοπλάτη του: ένα αλλόκοτο σχήμα που έφερνε σε δράκοντα…. νεκροκεφαλή με φίδια… ή σύμπλεγμα ανθρώπινων σωμάτων…
Το μυστήριο είχε αρχίσει ήδη να υφαίνεται.
Θα έχω την ευκαιρία, αργότερα, να το δω καλύτερα, σκέφτηκα, εγκαταλείποντας κάθε περιττή προσπάθεια.
Εκείνη τη στιγμή προείχαν άλλα…

*


- Στην προηγούμενη ζωή θα ήσουν λιθοτόμος μυλολίθων, του ξεφούρνισα, γελώντας δήθεν ανέμελα.
Άκουγα τον ήχο της φωνής μου να φτάνει σε μένα διαφορετικός από ό,τι συνήθως, ενώ το βλέμμα μου διέτρεχε τις πλάτες, τις παραγεμισμένες με αίμα φλέβες των μπράτσων, το στήθος του και χαμηλότερα... Όλα τα μέλη του γυάλιζαν από τον ιδρώτα.
Εκείνος συνέχιζε να με κοιτάζει ακίνητος. Τώρα, ελαφρώς συνοφρυωμένος.
Για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις, να τον κατευνάσω και να αποφύγω κανένα σιχτίρισμα:

- Στην άλλη θα γίνεις χελιδόνι, συμπλήρωσα με γενναιοδωρία τις ηλίθιες προβλέψεις μου. Γέλασα ανοιχτόκαρδα, με πρόθεση να τον παρασύρω. Χαμογέλασε αμήχανα, σχεδόν από υποχρέωση. Ήταν φανερό ότι δε συμμεριζόταν το χιούμορ μου. Ούτε κατανοούσε την πρώτη του “ιδιότητα”• εκείνη του λιθοτόμου. Για τη δεύτερη, σκασίλα του• λίγο τον ενδιέφερε, όπως έδειχνε, το ασπρόμαυρο αποδημητικό.
Με ένα τίναγμα ψαριού, σηκώθηκε όρθιος. Κίνηση - την οποία κάποιος τρίτος θα θεωρούσε κακόγουστη - που, όμως, εγώ χαρακτήρισα ως τη δεύτερη, ευλογημένη, αδεξιότητά του.
Ο τρόπος του.
Ο κόπος, για την ακρίβεια, που κατέβαλλε να παραμείνει αλάνθαστος.

*


Ό,τι κι αν ήθελε να δείξει η κίνησή του, επέτρεψε στο βλέμμα μου να διατρέξει, ανεμπόδιστα πια, σε όλο του το σώμα. Στην ακεραιότητα, στη ρώμη του…
Πόσων χρόνων είναι, άραγε; αναρωτήθηκα, έτσι που τον έβλεπα ολόσωμο.
Πόσων χρόνων ήταν ο Κούρος της Αναβύσσου, ο Αγίας του Λυσσίπου, ο έφηβος των Αντικυθήρων, τον συνέκρινα με επιφανή γλυπτά της αρχαιότητας.
Ε, τόσο θα είναι κι αυτός, συμπέρανα και βιάστηκα να περάσω σε άλλα που με έκαιγαν.
Τον έβλεπα που με παρατηρούσε.
Τι να του ενέπνεα, άραγε; Επιθυμία, πόθο, αποστροφή, αδιαφορία; Το πιθανότερο οργή για τη βίαιη εισβολή στο βασίλειό του. Με κοίταζε όπως θα έβλεπε ένα κανίς ή μια μέδουσα... Τραβούσα, αλλά δε συγκρατούσα την προσοχή του.
Έτσι στεκόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο, εκείνος γυμνός κι εγώ με φόρτωμα όλον τον θερινό εξοπλισμό μου. Επιδιδόμενοι σε ένα παιχνίδι τόλμης και ατολμίας, εγρήγορσης και οκνηρίας.

*


Είχα εντοπίσει, πριν από δέκα περίπου χρόνια, εντελώς τυχαία θυμάμαι, τις θέσεις-λατομεία μυλολίθων που βρίσκονται στις παραλίες, δυτικότερα της Νέας Περάμου, κάτω από την Εγνατία οδό, δίπλα στη θάλασσα.
Ταξίδευα, τότε, παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο, από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα. Από κει θα περνούσα στην Θάσο για να παραστώ στο Πρώτο Συμπόσιο Θασιακών Μελετών, αφιερωμένο στη μνήμη του Μανόλη Ανδρόνικου.
Η ζέστη του Αυγούστου ήταν αφόρητη και η θάλασσα, από τον ποταμό Στρυμόνα και μετά, προκλητική. Οι αμμουδεροί κόλποι, που αλλεπάλληλα εμφανίζονταν πίσω από τα χαμηλά υψώματα, ήταν ο ένας δελεαστικότερος από τον άλλο.
Μετά από δισταγμούς, που αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο το χρόνο που διέθετα, επέλεξα στην τύχη ένα στενό άνοιγμα του δρόμου. Με την ελπίδα να με βγάλει σε κάποια όμορφη παραλία, έστριψα το τιμόνι δεξιά. Η κατηφορική ατραπός με οδήγησε σε μια εξαίσια ερημική ακτή, στην οποία ήμουν μόνο εγώ κι ο Θεός.
Απόλυτη ερημιά• απόλυτη ελευθερία.
Γδύθηκα και, πριν βουτήξω στη θάλασσα, είδα την πρώτη στρογγυλεμένη πέτρα. Αμέσως μετά τη δεύτερη, την τρίτη, και οι θεαματικές αποκαλύψεις δεν είχαν τελειωμό. Μπρος στα έκπληκτα μάτια μου παρουσιαζόταν μία καταπληκτικής ομορφιάς γλυπτική σύνθεση. Όλο το συμπαγές στρώμα του φυσικού λιθοδέματος παρουσίαζε δεκάδες στρογγυλεμένων κενών, από την εξόρυξη, προφανώς, ισάριθμων μυλόλιθων. Εφαπτόμενοι με αυτά τα κενά κείτονταν, εξίσου αρκετοί, ημιτελείς στρογγυλοί όγκοι. Εγκαταλελειμμένες πέτρες από κροκάλες, λατύπες, ψηφίδες και κόκκους άμμου, σε μία αξιοθαύμαστη σμίλευση, η εξόρυξη των οποίων δεν είχε επιτευχθεί. Δυσκολίες στην επεξεργασία των λίθων, στη θραύση των όγκων θα ήταν, ενδεχομένως, μερικοί από τους απαγορευτικούς λόγους.
Θυμήθηκα πως την προηγουμένη εκείνης της ημέρας είχε ισχυρούς νότιους ανέμους με δυνατή θαλασσοταραχή, η οποία είχε παρασύρει την άμμο, πράγμα που συμβαίνει αρκετά σπάνια στην περιοχή. Έτσι συμπέρανα το λόγο που οι αποκαλύψεις ήταν θεαματικές. Το ανοιχτό πέλαγος είχε κάνει το θαύμα του καταμεσής του καλοκαιριού.
Στρογγυλεμένα πετρώματα, στο μέγεθος μιας ανοιχτής αγκαλιάς, παρατάσσονταν το ένα δίπλα στο άλλο, όχι μόνο στην ακτή, αλλά και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το διάφανο νερό έπαιζε παράξενα παιχνίδια ιριδισμών με τα υποθαλάσσια λαξεύματα.
Από επαγγελματική, μάλλον, διαστροφή, περιέφερα το βλέμμα ολόγυρα, προς ανεύρεση κάποιου αποδεικτικού στοιχείου. Αναζήτησα, αφελώς, μεταλλικά αιχμηρά αντικείμενα, επιφανειακά όστρακα, άβαφα ή μελαμβαφή θραύσματα αγγείων κοινής χρήσεως και άλλα.
Θυμήθηκα πως είχα δει κάποτε δύο παρόμοια στο υλικό που είχε συλλέξει κάποιος πολυπράγμων μελετητής, ονόματι Νικόλαος Ρουδομέτωφ. Καταγόταν, όπως μου είχε συστηθεί, από την πόλη Μπαρναούλ της Σιβηρίας. Γιος, διατεινόταν, του πολύπαθου Βίκτορα Ρουνταμιότωφ, πολεοδόμου των νέων οικισμών της Ασιατικής Ρωσίας. Μεγαλεία του παρελθόντος, σκεπασμένα από το χιόνι της στέπας...
Ήταν δύο μικροσκοπικά όστρακα κορινθιακού πινακίου του 6ου π. Χ. αιώνα με λεπτή εγχάρακτη διακόσμηση άρματος και αρματηλάτη το ένα και, αναμεμειγμένο με άμμο και μικρούς λίθους, το άλλο, χρώματος καστανού με εγχάρακτη γραμμική διακόσμηση από λευκή ασβεστώδη ύλη. Ο μελετητής φύλαγε τα ευρήματά του ως κόρη οφθαλμού, καμαρώνοντας, δικαίως, γι αυτά.
Αντί παρόμοιων ευρημάτων, αντίκρισα, τότε, πολύχρωμα βότσαλα με συμμετρικές ραβδώσεις, ξεβρασμένα ξύλα με αξιοζήλευτη λείανση σφηνωμένα στα κενά κάποιας πέτρας και συστάδες εδώ κι εκεί μικροσκοπικών, λευκών κοχυλιών.
Σπάραγμα κανένα, προς μεγάλη μου απογοήτευση.
Στηρίχτηκα στις μύτες των ποδιών μου, αρχίζοντας να βαδίζω, να τρέχω, να χορεύω στη συνέχεια, επάνω στους τραχείς ψαμμίτες. Πίστευα πως είχα ανακαλύψει ένα πανάρχαιο λατομείο μυλολίθων και ήμουν πανευτυχής. Ξάπλωνα επάνω τους και καιγόταν τα γυμνά μου μέλη. Βουτούσα στο νερό και ψηλαφούσα τα κυκλικά κενά που παρουσίαζε το συμπαγές στρώμα μετά την αφαίρεση.
Η προσπάθειά μου να τα μετρήσω απέτυχε. Το ίδιο και η απόπειρα να γυρίσω το χρόνο αιώνες πίσω. Η εξουθένωση που με είχε κυριεύσει με ώθησε να ξαπλώσω σε μια κοιλότητα της χοντρής άμμου.
Ο ήλιος πύρωνε. Το ίδιο και οι αισθήσεις μου.
Άρχισα να χαϊδεύομαι.
Από ποιον είχα να κρυφτώ;

*


Τι ηλιθιότητα! Γιατί τα είπα όλα εκείνα τα ακατανόητα… αρχαιοπρεπή στον άγνωστό μου νεαρό; Και μάλιστα μ’ εκείνη την ιδιαιτερότητα στη φωνή, την οποία εξ αρχής είχα εντοπίσει; Που, παρ’ ότι μου ήταν τόσο ενοχλητική, δε σταμάτησα να μιλώ.
Κατά διαστήματα, όση ώρα αγόρευα, ο τόνος της φωνής μου έπεφτε κατά μία οκτάβα πέρα από την κλίμακα, ενώ ένα μονότονο, υπόκωφο βουητό συνόδευε σταθερά το ρυθμό των λέξεών μου.
Όλα αυτά τα καμώματα αφορούσαν τη φωνή μου. Η οποία, κατά ομολογία των φίλων μου, φημιζόταν για την υπέροχη μελωδικότητά της.

*


Η έκφραση του προσώπου του μαρτυρούσε ότι του ήταν, όντως, ακατανόητα και πέρα για πέρα αδιάφορα τα όσα ακατάληπτα απαριθμούσα. Μαρτυρούσε ακόμη πως παραμόνευε για την επόμενη αντίδρασή μου, ενώ με περιεργαζόταν.
Όταν συνειδητοποίησα την αδημονία του, δυσκολεύτηκα πολύ να συγκρατήσω ένα χαμόγελο αυταρέσκειας. Καταβάλλοντας, παράλληλα, υπεράνθρωπη προσπάθεια να επιδείξω όλη μου τη γοητεία. Όση διέθετα, έστω, εκείνη τη στιγμή.
Κάτι που, σε άλλες περιπτώσεις, δε με είχε δυσκολέψει διόλου.

*


Γιατί εξακολούθησα να του μιλώ ακόμη για δυνατά χτυπήματα σμίλης, θραύσεις με καλέμι και σφυρί, χρονοβόρες διανοίξεις οπών…; Επιτόπιες λειάνσεις οριζόντιων και κάθετων πλευρών…; Τους ιδρωμένους εργάτες με το αλάτι στην πλάτη, για ποιο λόγο τους ανέφερα; Βάση ποιας σκοπιμότητας - ή αμηχανίας; - άραγε, ανέτρεχα σε ένα από τα τόσα μυστήρια που ακόμη κρύβουν εκείνες οι πανάρχαιες ακτές;

*


Εντέλει, στην πραγματικότητα είχα αναφερθεί σε όλα εκείνα ή φαντάστηκα ότι τα ανέφερα; Νέφος κι άλλο νέφος μετακινούμενο.
Δεν ανήκω στην κατηγορία εκείνων που απορρίπτουν το ενδεχόμενο να προχωρήσουν σε σεξουαλική σχέση από το πρώτο ραντεβού - από την πρώτη συνάντηση, στην προκειμένη περίπτωση - ακόμη κι όταν το συναπάντημα εκπροσωπεί ο άνδρας των ονείρων τους. Ομοίως δε συμπεριλαμβάνομαι μεταξύ εκείνων που θέλουν να ροκανίσουν λίγο το χρόνο τους. Παραδέχομαι ότι δεν περιμένω από τον άντρα να πάρει την πρωτοβουλία• αφήνω, όμως, να νομίζει ο κυνηγός ότι εκείνος προέβη - ως όφειλε - στο πρώτο βήμα.
Σε ό,τι αφορά τους παράγοντες που θεωρούν οι διάφορες… κυράτσες ως πλέον σημαντικούς για να τους προσελκύσουν στο αντίθετο φύλο: εμφάνιση, ευφυία, χιούμορ, καριέρα, χρήματα… τους έχω γραμμένους - τους παράγοντες - να μην πω πού…

*


Όταν κάποια στιγμή σταμάτησα την - πραγματική, υποθετική; δεν έχει να κάνει - ακατάσχετη πολυλογία, ένιωσα τον ιδρώτα που έτρεχε ήδη από όλους τους πόρους μου. Από την αφόρητη ζέστη, την αγωνία ή την προσμονή;
Εκείνος συνέχιζε να με κοιτάζει στα μάτια, σιωπώντας πεισματικά.
Κάποια στιγμή σήκωσε ήρεμα το χέρι και έβγαλε τα γυαλιά ηλίου που φορούσα... Το ψάθινο καπέλο...
Άφησα να πέσουν κάτω τα σανδάλια που ακόμη κρέμονταν από τα χέρια μου.
Έλυσε τη ζώνη μου και με ξάπλωσε στην άμμο...



Σελ 61-67
Για πρώτη φορά περνάει από το μυαλό μου το ενδεχόμενο, παρά τις διαβεβαιώσεις των γιατρών, να μην έχω θεραπευθεί τελείως… Ο ύπουλος ιός να κυκλοφορεί ακόμη στο αίμα μου… Να έχει περάσει στο αίμα εκείνου… Από το νου μου παρελαύνουν ακραία συναισθήματα, αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο. Παραλογίζομαι. Τόσο που στο τέλος επιθυμώ να καταστρέψω τη ζωή του, αν εγώ δεν έχω ζωή. Καταντώ να μη με τρομάζει το ενδεχόμενο να τον έχω κολλήσει. Απεναντίας, σχεδόν να το επιθυμώ. Θέλω να του δώσω κάτι πραγματικά δικό μου• κατάδικό μου. Ακριβό και αθέατο. Έτσι να τον δέσω περισσότερο με τον πόθο μου. Η αρρώστια μου να είναι το όχημα. Ο κοινός μας θάνατος η κατάληξη. Μετά από αυτό, απλώς, θα συμπορευόμαστε… Δύο εραστές που συμπάσχουν…
Τρέλα, απόλυτη τρέλα.
Το αίμα, σκέφτομαι, δένει γερά τους ανθρώπους μεταξύ τους. Ιδιαίτερα τους εραστές. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, είναι να το γλεντήσουμε. Σε κάθε περίπτωση να το ζήσουμε. Ακόμη και στη χειρότερη. Η ζωή δεν αναβάλλεται για όταν θα είμαστε περισσότερο έτοιμοι να τη ζήσουμε.
Λοιπόν, θέλει και ρώτημα;
Τώρα. Για πάντα, τώ-ρα.

*


Φορώ μαύρο φόρεμα και τα μάτια μου χλομιάζουν. Κόκκινο και φλογίζουν. Τα περνώ μια γραμμή, να τα κάνει απέραντα και σέρνω ένα γύρο με μολύβι. Τελευταία απλώνω τη σκιά στα βλέφαρα. Γίνομαι απαλή και σκληρή, σεμνή και πρόστυχη.
Μ’ αρέσουν αυτοί οι συνδυασμοί: σεμνό και πρόστυχο, ξημέρωμα και δύση…
Μ’ αρέσει καθετί αψύ.
Για παράδειγμα οι όμορφοι άντρες, οι τολμηροί, οι γενναιόδωροι. Οι καλόκαρδοι, οι ευγενικοί, με χιούμορ και λεπτούς τρόπους, τόσο που να μη φέρνουν σε γυναίκα. Οι λεπτές τριχίτσες στο στήθος, στα χέρια… Η βάναυση αγκαλιά τους.
Μ’ ερεθίζει ο πειρασμός. Εκείνος που μικρή αισθανόμουν μπροστά στα βαζάκια με τα διάφορα γλυκά του κουταλιού, αυτός που νιώθω στη θέα ενός καλοσχηματισμένου ανδρικού κορμιού. Επιθυμώ να τους δοκιμάσω όλους. Εκτός κι αν ανάμεσά τους υπάρχουν ορισμένοι με μονομανίες… οπότε πρόβλημά τους.
Λατρεύω τους έρωτες. Εκείνους που μου αφαιρούν τη ζωή για μεγάλο χρονικό διάστημα, καμιά φορά για πάντα.
Μ’ αρέσει να μ’ αγκαλιάζουν, να με φιλούν με τη γλώσσα τους ανάμεσα στα δόντια μου, επάνω στον ουρανίσκο. Μ’ αρέσει να με βιάζουν• περισσότερο να τους βιάζω. Να κυλιέμαι μαζί τους επάνω σε πέτρες, στο γρασίδι… Ιδιαίτερα δίπλα στη θάλασσα. Να δίνομαι ολοκληρωτικά, να καίγομαι…
Σιχαίνομαι τα αγκαλιάσματα όπου ο ένας δε δίνεται στον άλλον. Μισώ τους έρωτες που δεν προσφέρουν εισχώρηση. Να γιατί δεν μπορώ να φιλήσω στο στόμα γυναίκα. Να ξαπλώσω στο κρεβάτι μαζί της.

*


Μ’ αρέσουν τα βελούδα, τα μεταξωτά, τα τούλια. Τα λουστρίνια με τα ψηλά τακούνια, οι μπότες από κροκόδειλο. Να τυλίγομαι - παρά τις οικολογικές αντιρρήσεις - με σπάνια βιζόν, ερμίνες, γούνες αστραχάν και αλεπούδες από τη Σιβηρία.
Με ξελογιάζουν οι πολύτιμες πέτρες. Ενίοτε αφήνω να με ξεγελούν με ημιπολύτιμους λίθους. Προσποιούμαι προς στιγμή την ευτυχισμένη και την επομένη τους θάβω στον κήπο.
Μεθώ με μια αγκαλιά από κρίνους βασιλικούς, από άλικα τριαντάφυλλα.
Με σαγηνεύουν τα ακριβά αρώματα.
Τα εσώρουχα από δαντέλα. Μ’ ερεθίζει να τα βλέπω μπλεγμένα στα χοντρά δάχτυλα των αντρών, καθώς τα αφαιρούν άτσαλα από το σώμα μου. Τα μυρίζουν, τα φιλούν, τα σκίζουν. Το βλέμμα τους θαμπώνει, η αναπνοή τους πιάνεται. Στο τέλος σκύβουν κρυφά και τα μαζεύουν. Φετίχ στο κλειδωμένο συρτάρι του γραφείου τους.
Ηδονίζομαι να τους βγάζω τα πουκάμισα, τις φανέλες, το τελευταίο τους εσώρουχο.
Αφήνω ανέγγιχτα τα λογής αποτυπώματά τους στα λευκά σκεύη του λουτρού. Όλη νύχτα. Το πρωί χαϊδεύω με το βλέμμα τα βουλιαγμένα μαξιλάρια στο κρεβάτι. Ψηλαφώ τις ζάρες στα σεντόνια.

*


Είμαι σαράντα έξι χρόνων.
Μετά τα σαράντα πέντε είναι εύκολο να τα μπερδεύει κανείς. Σχεδόν αναμενόμενοι οι πρώτοι απολογισμοί. Συλλογίζεται τι έκανε, τι δεν πρόλαβε να κάνει. Τα σκληρότερα χρόνια είναι τα δύο τελευταία αυτής της δεκαετίας. Με επόμενο βήμα τα αμείλικτα πενήντα. Πάντα με τρόμαζε η καρκινική ηλικία των πενήντα. Ούτε νέα, ούτε γριά. Ούτε ενεργή, ούτε ξοφλημένη. Μια μέση κατάσταση, ό,τι σιχαίνομαι.
Δεν εξοικειώθηκα με την ηλικία μου. Δεν έχω μάθει να είμαι στην ηλικία μου. Δεν έχω μάθει να είμαι σε καμιά ηλικία.
Ακόμη τριγυρίζω στις γειτονιές τα βράδια, μαγνητισμένη από το σκοπό ενός σκοτεινού μπλουζ ή από τους ήχους κάποιου αθέατου ακορντεόν. Ανταποκρίνομαι σ’ εκείνο το άγνωστο κάλεσμα για να αφεθώ στη μαγεία των φωτισμένων παράθυρων• σκιές που εμφανίζονται απρόσμενα για να χαθούν το ίδιο απροειδοποίητα, απόηχοι συζητήσεων και γέλιων, μισάνοιχτες πόρτες των πίσω δωματίων με σκοτεινά σημεία και βαριές ανάσες… Βαδίζω σχεδόν στις μύτες των ποδιών, σαν τον κλέφτη που προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος, κοντοστέκομαι, κλέβω ό,τι είναι να κλέψω κι εξαφανίζομαι στο επόμενο σκοτάδι.

*


Μ’ αρέσουν τα αγόρια από αλεξανδρινό μάρμαρο. Λατρεύω τη φιλήδονη κοινωνία των είκοσι πέντε, των είκοσι οκτώ χρόνων…, άντε τριάντα.
Ο Αντώνης είναι, διαπιστωμένα, είκοσι έξι.
Αυτά είναι το πάθος μου. Αισθάνομαι πολύ τυχερή που το ανακάλυψα εγκαίρως. Αν κάποιος μου ζητούσε να του κάνω μια θερμή ευχή, θα του ευχόμουν να βρει ένα πάθος, οποιοδήποτε κι αν είναι αυτό…
Πλάσματα μακρινά κι όμως τόσο κοντινά. Κατέληξα πως μόνο με παρόμοιους νέους μπορώ να ερωτευθώ. Να φανταστώ... Να αποδράσω...
Μ’ αρέσουν οι κινήσεις τους. Ο τρόπος που σταυρώνουν τα πόδια τους όταν κάθονται. Τα τζιν που υπογραμμίζουν το περίγραμμα των μηρών, των οπισθίων τους.
Μ’ ερεθίζει το, σαν αφρός σαμπάνιας, γέλιο τους. Η ελευθερία στις κινήσεις. Αδιαφορούν αν τις παρεξηγήσουν οι άλλοι, αν τις ερμηνεύσουν διαφορετικά. Σκασίλα τους. Έχουν άφθονο χρόνο μπροστά τους για παρόμοιες μικρότητες• μετά και πιο μετά, αύριο και μεθαύριο… Στο μέλλον, που γι αυτούς δεν τελειώνει ποτέ.
Προσπαθώ να τους μιμηθώ, όχι για κανένα ιδιαίτερο λόγο, απλά και μόνο γιατί με ευχαριστεί. Νιώθω περισσότερο άνετα έτσι. Για την ακρίβεια, περισσότερο νέα.
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και γελάω υπεροπτικά. Παρηγορούμαι που δεν είμαι άψογη. Βλέπω στο βάθος τη λύσσα για έρωτα, που με σπρώχνει σε ακρότητες. Σκουπίζω με την παλάμη το θάμπος του γυαλιού για να διαβάσω το όνομα του νέου μου εραστή.

*


Βαριέμαι τους συνομήλικούς μου. Πολύ περισσότερο τους μεγαλύτερους από μένα, που τους βρίσκω φρικτούς. Με κάνουν και πλήττω αφάνταστα, με κουράζουν. Δεν έχω να ανταλλάξω τίποτε μαζί τους. Καμία χαρά, ούτε ενθουσιασμό. Οι περισσότεροι από αυτούς με κοιτάζουν παράξενα, σαν φαινόμενο. Έχω την αίσθηση ότι ανακαλύπτουν σε μένα ανομολόγητα πράγματα, φαντάζονται διάφορα, ακόμη και διαστροφές.
Δε βρίσκω κανένα κοινό σημείο μεταξύ μας. Με αναγκάζουν να αισθάνομαι δυστυχισμένη.

*


Μισώ όλους όσους με κάνουν να αισθάνομαι δυστυχισμένη. Είναι ένας λόγος για τον οποίο ανέπτυξα την τέχνη να διαλέγω τους ανθρώπους.
Εκείνους που με περιστοιχίζουν ή τους άλλους που συναντώ. Αυτό θα έπρεπε να είναι ένα από τα πρώτα μαθήματα στα Πανεπιστήμια. Στη ζωή. Να οργανώνονται σεμινάρια με θέμα την επιλογή.
Πιστεύω ακράδαντα πως ένα χέρι νέου ξέρει να χαϊδεύει καλύτερα από μια κουρασμένη φωνή.


Σελ 132-136

Από μακριά τον είδα να κάθεται, στην ίδια λαξεμένη πέτρα, ντυμένος!
ΝΤΥΜΕΝΟΣ…! απόρησα.
Κάτι κακό αναδεύτηκε μέσα μου. Άρχισα να τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις. Επέμενε να κρατάει το στόμα του κλειστό, βάζοντας στο μυαλό μου τα χειρότερα. Για χάδια και λοιπά ούτε λόγος.
Μια μέρα χαμένη…, έκανα την εγωιστική σκέψη.
Τον κράτησα στην αγκαλιά μου, νανουρίζοντας το κεφάλι του.

- Έλα, πες μου…, του ψιθύρισα στο αυτί.
Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου συνειδητοποίησα ότι τον κρατούσα στην αγκαλιά μου ντυμένο για πρώτη φορά. Ότι η παλάμη και τα δάχτυλά μου χάιδευαν, για πρώτη φορά, το ρούχο του. Για πρώτη φορά έπρεπε να αισθανθώ, πάνω από κάποιο ύφασμα, τον στενό κορμό του, το κλειδοκόκαλο και την αναρρίχηση της σπονδυλικής του στήλης μέχρι επάνω… Να υποπτευθώ τον αναβρασμό τού νεανικού αίματος…, ό,τι υπήρχε ακόμη πιο βαθιά…
Υποτασσόταν ανόρεχτα σε όλα όσα του έκανα, και συνάμα μεταμορφωνόταν σε έναν από φυσικού του όμορφο γέροντα… Σε άκακο και πειθήνιο παππούλη αμέτρητων εγγονιών.

- Έλα…, του έτριψα τρυφερά το λοβό. Σε τρεις ανθρώπους λέμε την αλήθεια, τον φίλησα. Στο γιατρό, στον παπά και…
- …Στην πουτάνα…, συμπλήρωσε, με ιδιαίτερη πρόκληση, την τριάδα των εξομολόγων.
Στον τόνο της φωνής του κυριαρχούσε, άγνωστο γιατί, το μίσος και η κακία. Θαρρείς εναντίον μου. Στο βλέμμα του επανήλθαν τα σκούρα και φοβερά κρύσταλλα μέσα από τα οποία κοιτούσε τους ανθρώπους. Συγκρατήθηκα να μην αντιδράσω, προσπερνώντας την ιδιότητα της πόρνης που μου προσέδωσε, προκειμένου να του αποσπάσω καμιά λέξη. Να εξακριβώσω τα αίτια της δυσθυμίας του. Η μέρα πήγε που πήγε χαμένη...

*


Ο καλύτερος φίλος του σκοτώθηκε με τη μηχανή…, ξέσπασε. Τον έθαψαν χθες το μεσημέρι…
Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου.

- Ευχαριστήθηκες, τώρα; επιτέθηκε κατά της επιμονής μου να μάθω.
Κάτι σάλεψε μέσα μου, χειρότερο από την αναγγελία του θανάτου.

- Είχαμε αγώνες προχθές… Ο πρώτος θα τσέπωνε χίλια ευρώ…, κοντά τριακόσια σαράντα χιλιάρικα… Ο Στέλιος ήταν το φαβορί… Στα κέφια του έκανε τους πάντες με τα κρεμμυδάκια και στους γύρω δεν έμενε άντερο. Στα είκοσι πέντε του, παλικάρι ξηγημένο, όχι καμιά γκόμενα με γόβες… Πέρασα απ’ το σπίτι του να πάμε μαζί στη συνάντηση. Τον είδα - για τελευταία φορά - να ντύνεται με βιασύνη ποδοσφαιριστή στα αποδυτήρια. Έβαλε το μαύρο δερμάτινο παντελόνι, το μπουφάν, τις μπότες - όλα στα μαύρα - και άρπαξε το κράνος μέχρι να πεις… Στοκχόλμη.

Μου έκανε εντύπωση που ο βαρύς κι ασήκωτος σε άλλες περιπτώσεις Αντώνης, έπιασε την περιγραφή του συμβάντος από την αρχή, καταφέρνοντας να εξάψει την περιέργεια και τη φαντασία μου. Ρόλος, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του.

- Η “μπέμπα” του τον περίμενε από κάτω. Μια Honda 1100, συνιαρισμένη, με τις καμπύλες, τα στρογγυλεμένα καπάκια, τα νίκελ της ν’ αστράφτουν. Σένια… Το ραντεβού ήταν στην εθνική, στις τέσσερις τα ξημερώματα. Από το πρώτο φανάρι μέχρι το τέταρτο, αρκετή απόσταση για να κριθεί ο καλύτερος. Μαζευτήκαμε δώδεκα για τα γκάζια, άλλοι δέκα για σούζες, κωλιές και πετάγματα…, και καμιά δεκαριά οι απ’ έξω.
Ματσωμένοι, για τα στοιχήματα. Οι τριάδες κανονίστηκαν και πέσαμε ζευγάρι με τον Στέλιο, έχοντας στη μέση έναν πούστη απ’ την Ξάνθη. Αυτός καβαλούσε ένα αξιόπιστο εργαλείο, KTM Duke… Ένα “πυραυλάκι” επτακοσίων πενήντα κυβικών, χωρίς πινακίδες. Ο τσόγλανος μου πρότεινε το χέρι, το γύρισε και στον Στέλιο. Σου βγάζω το καπέλο, ρε μόρτη, του σφύριξε το φίδι.
Πρώτη μου φορά θα “παρευρισκόμουν” σε κόντρες μηχανόβιων - για τις οποίες είχα μόνο ακουστά - και η αφήγηση αποκτούσε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ανεξάρτητα από το ότι υποπτευόμουν το αιματηρό αποτέλεσα.

- Η ώρα ήταν προχωρημένη. Ξημέρωμα Πέμπτης. Μπάτσοι, περιπολικά δε φαινόταν πουθενά. Η Εγνατία άδεια. Ο καιρός καλός, ο δρόμος στεγνός. Ιδανικές συνθήκες για το σκοπό μας. Λάβαμε θέσεις και φορέσαμε τα κράνη μας. Λίγα λεπτά δαιμονισμένης ταχύτητας θα αναδείκνυαν το νικητή. Κοιταχτήκαμε με τον Στέλιο, ζυγίζοντας τις προθέσεις του Ξανθιώτη. Το σύνθημα θα το έδινε το φανάρι, όταν θα άναβε πράσινο, βουρ στο ψαχνό…, κι ο Θεός βοηθός. Ντογρού για τα τριακόσια…
Εξακολουθούσε να με εντυπωσιάζει η ικανότητα του Αντώνη στην ακριβή, και τόσο παραστατική περιγραφή του αγώνα. Ο τόνος της φωνής του ήταν μακρόσυρτος, βραχνός, μαύρος.

- Το φανάρι άναψε πράσινο και το σύνθημα δόθηκε. Βάλαμε πρώτη, τη λιώσαμε και ξεχυθήκαμε μπροστά. Ο Στέλιος έπιασε τη δεξιά λωρίδα, ο τσόγλανος στη μέση, κι εγώ στ’ αριστερά. Περάσαμε στη δεύτερη ταχύτητα. Ο Στέλιος κι εγώ φανήκαμε κάπως συγκρατημένοι στην εκκίνηση. Θέμα τακτικής και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Ο ξένος προπορεύτηκε εύκολα. Ωστόσο, γρήγορα βρεθήκαμε δίπλα του. Δεν έπρεπε με τίποτα να χάσουμε. Δώσαμε όσα είχαμε, βάλαμε τρίτη, του τη σπάσαμε. Εκείνος πάντα πολύ κοντά μας. Πότε μισή ρόδα μπροστά, πότε μισή πίσω. Περάσαμε σε σκασμένη τέταρτη. Ο μεσαίος λες και είχε κολλήσει στο πλάι του Στέλιου. Κοίταξα το κοντέρ, διακόσια είκοσι…, διακόσια τριάντα… Σήκωσα τα μάτια μπροστά στο δρόμο. Διέκρινα, θαμπά, στη δεξιά λωρίδα μια σακαράκα που προπορευόταν, φορτωμένη τίγκα. Ποιος μαλάκας βγήκε στο δρόμο ξημερώματα…; Προφανώς κάποιος από τους παλιατζήδες που βγαίνουν τσάρκα τις νύχτες για παλιοσίδερα. Ναι, αλλά τι δουλειά είχε στην Εθνική, και μάλιστα με τρία μέτρα συμπαγή ντάνα, δίχως πίσω φώτα…Δεν πρόλαβα να σκεφτώ άλλα…. Είδα ένα σκοτεινό όγκο, που ερχόταν με ασύλληπτη ταχύτητα κατά πάνω στο φίλο μου… Θα γίνει λιώμα, σκέφτηκα και το αίμα μου πάγωσε. Άκουσα τις στριγκιές των φρένων που πάτησα για λογαριασμό του κολλητού μου. Είχα κατεβεί στα εκατόν πενήντα… Η συνέχεια εξελίχθηκε μέσα σε μια σκοτοδίνη. Είδα, σαν σε κακό όνειρο, τον Στέλιο που, την τελευταία στιγμή, έγειρε το σώμα αριστερά στην προσπάθεια ν’ αποφύγει τη σακαράκα…, τον τσόγλανο στη μέση που κρατούσε κόντρα για να τον στριμώξει όσο γίνεται πιο δεξιά…, τον Στέλιο που άφηνε τη Honda να σφηνωθεί κάτω από την τρίμετρη ντάνα, την ίδια στιγμή που ο ίδιος έπεφτε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις σιδηρόβεργες…



Σελ 231-236

Είμαι είκοσι έξι χρόνων, με μυαλό τριάντα έξι, σαράντα έξι... Έχω ζήσει δύο, τρεις και πέντε, μπορώ να πω, ζωές. Δεν είναι λίγες οι φορές που γύρισα τη ζωή μου ανάποδα, την τίναξα και την έστησα πάλι όρθια. Δε θυμάμαι να ήμουν ποτέ αθώος. Κι αν ήμουν κάποτε, πέταξε νωρίς. Πολύ νωρίς νομίζω πως κατάλαβα τα παιχνίδια των μεγάλων, τις ψιθυριστές τους συζητήσεις, τα υπονοούμενα… Από πολύ νωρίς δεν ήθελα να πέφτω θύμα. Γι αυτό μ’ αρέσει να έχω το πάνω χέρι στον έρωτα και στο γαμήσι. Θεωρώ ότι ο κόσμος μου χρωστάει κάτι καλύτερο από μια ζωή στον πάτο του σωρού. Μ’ αρέσει το χρήμα, μ’ αρέσουν οι συναλλαγές. Η δύναμη που προσφέρουν τα κάθε είδους πάρε δώσε. Ερωτικά ή οικονομικά αλισβερίσια, δεν έχει να κάνει. Όταν δένουν μεταξύ τους, ο καλύτερος συνδυασμός. Μ’ αρέσει να βαδίζω συνεχώς κι ακούραστα. Σαν τον τίγρη, σαν το πούμα. Να στριφογυρίζω στη ζούγκλα των πόλεων κι ας αισθάνομαι, μερικές φορές, τα νύχια μου κομμένα. Οι διαδρομές ίδιες και γνωστές. Μ’ αρέσουν τ’ ακριβά αυτοκίνητα, οι γρήγορες μηχανές. Έχω μια Kawasaki που σφυρίζει. Καθρέφτες, νίκελ, οι καμπύλες της όλες αστράφτουν. Κούκλα την έχω της βιτρίνας. Όταν την έφερνα στο σπίτι, δε συλλογιζόμουν την ευχαρίστηση και τον τρόπο που την απέκτησα, όσο το ψέμα που έπρεπε να πω για να εξηγήσω στη μάνα μου πού βρήκα τα λεφτά. Έτρεμα το βλέμμα, τις φωνές της. Την κυριαρχία της. Έπρεπε να βρω ένα ψέμα πιστευτό, στο οποίο ίσως πρόσθετα κι ένα δεύτερο, και που θα αναγκαζόμουν να επαναλάβω πολλές φορές ώσπου να το μάθω απ’ έξω. Να το πιστέψω κι εγώ ο ίδιος στο τέλος για να μην κάνω πατατιές. Τους φίλους μου δεν τους υπολόγιζα, τσακάλια εκείνοι σε κάτι τέτοια, θα καταλάβαιναν. Όταν, λοιπόν, την κουβάλησα σπίτι, η μάνα μου κόντευε να πάθει αποπληξία. Το στόμα της ξεχείλωσε απ’ την έκπληξη. Άρχισε βροχή τις ερωτήσεις: Πού τη βρήκες και με τι λεφτά την αγόρασες. Με τις φωνές ξέχασα το ψέμα που προετοίμασα για να πω και της είπα άλλα αντ’ άλλων. Άσ’ τα να πάνε… Από κει κι ύστερα, τι να της εξηγούσα… Στο διάβολο, ας σκεφτόταν ό,τι ήθελε. Την εγκατέλειψα βουτηγμένη στις υπόνοιες. Πάντως, έτσι κι αλλιώς, το εργαλείο την άραξε έξω, στην αυλή. Έκανε τη μόστρα του, ομορφαίνοντας τη γειτονιά. Όλα κι όλα, μπορεί να μην ήξερα αν στο τέλος της κάθε μέρας θα είχα να φάω, ήξερα όμως ότι είχα να καβαλήσω την μπέμπα μου. Την Kawasaki την βάφτισα Kawa. Από πού βγαίνει; ρώτησαν τα καρντάσια. Απ’ την καύλα. Ντύνομαι, σενιαρίζομαι και ρίχνω μια ματιά στον καθρέφτη. Μαύρο πέτσινο μπουφάν, μαύρες δερμάτινες μπότες, μεγάλα γυαλιά του αεροπόρου. Δένω κόκκινο φουλάρι στο λαιμό και τραβάω ψηλά τον καβάλο… Αυτός είσαι, μόρτη. Αγκαλιαζόμαστε, η Kawa μου κι εγώ και χανόμαστε. Με τα παιδιά οργανώνουμε αγώνες, Πέμπτες ή Κυριακές, πότε στην Εθνική, πότε στην παραλιακή. Σούζες, κόντρες και τα τοιαύτα. Αυτό, ξέρεις, είναι σαν το δάγκωμα του βρικόλακα. Άπαξ και σου συμβεί μια φορά, δε φεύγει ποτέ και με τίποτα. Εξάλλου πέφτουν χοντρά λεφτά. Καλή κονόμα. Και καλός κίνδυνος. Εμένα με φυλάει ο Άγιος Καβαλάρης. Αλλά δε βαριέσαι, όλα εδώ είναι γραμμένα κι εδώ: στο κούτελο και στ’ αρχίδια. Με τρελαίνει η μυρωδιά της βενζίνης, ο θόρυβος της εξάτμισης. Εξαίσιο θυμίαμα το χαρμάνι τους. Τα χαρτιά και η ρουλέτα είναι το πάθος μου. Η αδυναμία μου, οι γυναίκες. Εκείνες που μου αρέσουν είναι γλυκές και με μια απαλή έκφραση γύρω απ’ το στόμα. Γουστάρω τις ξανθές - ας είναι και βαμμένες νερόσουπες - ενώ τα μαλλιά της μάνας μου είναι μαύρα. Διαλέγω τις μικρές για μόστρα και τρελίτσες. Τις μεγαλύτερες για χαρτζιλίκι. Καπνίζω αρειμανίως. Το μαύρο το έχω για ιδιαίτερες στιγμές. Μέχρι εκεί φτάνω, φούντα και μαύρο, όχι παραπέρα. Ποτέ μου δεν τρυπήθηκα, ούτε χαπακώθηκα. Στο διάβολο χάπια, σιρόπια και τρυπάκια. Δε πιάνομαι κορόιδο εγώ. Είδαν και είδαν τα μάτια μου στο Πεδίο του Άρεως, στην Κουμουνδούρου, στη Σάντα Φωφώ… Τη βρίσκω όταν βυθίζομαι στο σκοτάδι των κινηματογράφων μόνος. Κυρίως όταν παίζει αστυνομικά και περιπέτειες. Δε γουστάρω άνθρωπο κοντά μου σε ακτίνα τεσσάρων καθισμάτων. Όσες φορές τόλμησε να καθίσει - δήθεν τυχαία και ανέμελα - κάποιος δίπλα μου, τον πήρε και τον σήκωσε. Του γάμησα τα πρέκια. Τα μπινελίκια που έριξα έκοψαν την ταινία. Μ’ αρέσει η θάλασσα, καλοκαίρι και χειμώνα. Αποτραβιέμαι σε ερημικές παραλίες και ξεχνιέμαι. Δε γουστάρω να διαβάζω, να βλέπω θέατρο, ν’ ακούω σπαζαρχίδικη μουσική. Σε μια φάση, στην Αθήνα, κάποια ήθελε να με πηδήξει συνοδεία κλασικής μουσικής. Ίδρωσα μέχρι να χύσω. Μ’ αποτρελαίνουν τα σκάφη, τ’ αεροπλάνα. Ό,τι με πάει μακριά απ’ αυτή την κωλοπόλη που ζω. Μέχρι πότε; αναρωτιέμαι. Δε βλέπω φως στον ορίζοντα και κάνω την πάπια. Μέχρι να πιάσω την καλή. Τι άλλο μπορώ να κάνω από το να περιμένω. Τη βρίσκω στα λουσάτα μαγαζιά. Να διαλέγω διάφορα, να με γδύνουν, να με ντύνουν γαμπρό. Με καυλώνουν τα πολυτελή ξενοδοχεία με πισίνα, σάουνα, μπαρ και πρωινό σε μπουφέδες είκοσι μέτρων και βάλε. Αν διαθέτουν και καζίνο, ακόμα καλύτερα. Όπως εκείνο στη Χαλκιδική. Στάθηκα στη ρουλέτα δίπλα σε κάποιον χοντρό με φαλάκρα, που άρχισε να κερδίζει αβέρτα. Όταν κίνησα να φύγω, μου φέρνεις γούρι, μου είπε, μείνε δίπλα μου. Πόνταρε τα διπλάσια στο νούμερο που του υπέδειξα και έπιασε διάνα. Η μπίλια εκείνο το βράδυ τρελάθηκε για πάρτη του. Μου πρόσφερε τα κέρδη και ανεβήκαμε στη σουίτα του για ποτό. Εκεί κάπνισα για πρώτη φορά πούρο. Ίσως σήμερα μπορώ να θεωρήσω εκείνη τη συνάντηση ως αφετηρία για τη συμμαχία μου με το διάβολο. Μ’ αρέσουν τα πούρα. Είναι χοντρά, χνουδάτα. Με μεθάει ο καπνός τους. Μ’ ανεβάζει η αίσθηση ότι είμαι καπνέμπορος, μεγαλοβιομήχανος, εφοπλιστής... Το πούρο με τυλίγει σε καπνούς από χρυσό, κασσίτερο κι ατσάλι. Δε γουστάρω τις επιταγές, προτιμώ τα μετρητά. Το ζεστό χρήμα άλλο πράμα. Δε βάζω μπελάδες στο κεφάλι. Εκτός κι αν είναι σε δωράκια, χρυσοί αναπτήρες, καδένες με μονόγραμμα, ταυτότητες του χεριού και τα τοιαύτα. Η Νέλλυ χαιρόταν και καμάρωνε κάθε φορά που μου πρόσφερε παρόμοια μπιχλιμπίδια: γυαλιά ηλίου, μπλουζάκια, μέχρι μαγιό μου κουβάλησε η τρελαμένη. Το πιο κουφό ήταν όταν έφερνε βιβλία και CD. Δεν έλεγα τίποτα, τι να ‘λεγα, δηλαδή. Τα πάσαρα στη Λίτσα. Όταν εκείνη έβαλε κάποια φορά ν’ ακούσουμε τη μουσική, σκέτο ξενέρωμα. Έπεσε το γέλιο της αρκούδας. Έχω στο σπίτι κρυμμένο ένα τενεκεδένιο κουτί από μπισκότα που ρίχνω μέσα όλες αυτές τις μαλακίες. Κυρίως όσα κομμάτια είναι από χρυσό, από ασήμι ή έχουν πολύτιμες πέτρες. Κάποτε το ανακάλυψε η μάνα μου. Άρχισε κλέφτη να μ’ ανεβάζει, κλέφτη να με κατεβάζει. Από πού τα σούφρωσες και ποιο μαγαζί πάτησες, καταραμένο. Στη φυλακή θα σαπίσεις, προεξοφλούσε το μέλλον μου. Όση ώρα εκείνη ωρυόταν, σκεφτόμουν εκείνο τον τύπο απ’ την Κρήτη, που έκοψε το κεφάλι της μάνας του απ’ τη ρίζα, το έβρασε στο καζάνι κι ύστερα καθόταν και το κοίταζε… Εγώ θα έτρωγα τη γλώσσα και το μυαλό… Σίγουρος και ασφαλής ότι την εξόντωσα τελικά και ότι το πνεύμα της δε θα με ξαναενοχλούσε, θα αποθήκευα το υπόλοιπο βραστό στο ψυγείο. Πού ξέρεις, μπορεί να μ’ έδειχνε κι η τηλεόραση. Η Λίτσα, όταν της άνοιξα το ίδιο κουτί, δε ρώτησε τίποτα. Διάλεξε μια στριφτή, χρυσή αλυσίδα και την πέρασε στο λαιμό. Το βράδυ στο κλαμπ η αλυσίδα άστραφτε, η Λίτσα καμάρωνε. Στην παραλία που καταλήξαμε ξεχειλίζαμε από ευτυχία, λες και κολυμπούσαμε σε αφρούς από σαμπάνια. Η γκόμενα τα έδωσε όλα. Μ’ έγλειψε από κορυφής έως ονύχων.


Σελ 252-255

Πόσο με καυλώνουν οι κόντρες! Στο διάβολο οι γκόμενες και τα καλά τους. Λες και ζω για κείνες τις στιγμές. Τις συνάξεις στην Εθνική, στο σημείο που τα φορτηγά έχουν γυαλοχαρτάρει το σμάλτο της πίσσας, στις τέσσερις ή πέντε τα χαράματα. Τους φίλους όλους στοιβαγμένους στο ίδιο σημείο, τον έξω κόσμο κρεμασμένο σαν τσαμπιά, τα αυτοκίνητα μερικών αμύητων που τυχαίνει να περνούν και σταματούν για το θέαμα. Και για τον τζόγο. Παρατούν τ’ αυτοκίνητά τους στην άκρη του δρόμου και ποντάρουν στη μηχανή ή στον αναβάτη που θα τους γυαλίσει περισσότερο. Το κέρδος είναι μεγάλο, αξίζει τον κόπο. Αξίζουν οι μηχανές που φρουμάζουν σαν άλογα με ορθάνοιχτα ρουθούνια πριν από τον ξέφρενο καλπασμό. Πλαγιάζουν επικίνδυνα, τα γόνατα των οδηγών ακουμπάνε σχεδόν στην άσφαλτο, γέρνουν τα κορμιά τους στα όρια του κέντρου βάρους, βγάζουν ένα σιντριβάνι από κιτρινογάλαζες σπίθες, αφήνοντας δεξιά κι αριστερά τις κολόνες. Οι εξατμίσεις μουγκρίζουν στο τέντωμα του συρματόσχοινου του γκαζιού, η άκαυτη βενζίνη βγαίνει με μικρές εκρήξεις από τη στενή δίοδο, παγώνοντας το αίμα στις φλέβες θεατών.
Εμείς είμαστε ενημερωμένοι το πολύ μια μέρα πριν, από φόβο μην πέσει η είδηση στ’ αυτιά της Αστυνομίας και στηθεί καμιά επιχείρηση διάσωσης και σκούπας. Αφήνουμε τα νέα να διαδίδονται από στόμα σε στόμα, σαν κλειδωμένο γράμμα, κι έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Πότε, πού, ποιοι και πόσα. Τα μεταξύ μας στοιχήματα είναι γερά, προπάντων ιερά, και κανένας δεν παίρνει ποτέ το λόγο του πίσω. Υπάρχει ένας άγραφος κώδικας σεβασμού στην ανθρώπινη ζωή που παίζεται κορώνα γράμματα. Δεν είναι σπάνιες οι φορές που μικρές περιουσίες αλλάζουν χέρια απ’ τη μια στιγμή στην άλλη και τίμια μεροκάματα από βουλκανιζατέρ, τόρνους και χυτήρια γίνονται αέρας σε δευτερόλεπτα. Όμως, το πιο υποτιμητικό για τον ηττημένο είναι να χάσει τη μηχανή του. Για φαντάσου, να πηγαίνεις σαν ταύρος στην αρένα, έτοιμος να χάσεις τα πάντα, ακόμα και τη ζωή σου, να μη σκέφτεσαι μάνα, πατέρα ή γκόμενα, που περιμένουν αλαφιασμένοι πότε θ’ ακούσουν το θόρυβο της εξάτμισης απ’ τη μηχανή σου και πότε θα φανείς στο δρόμο, να είναι εκείνη τη στιγμή όλα στηριγμένα πάνω σε δυο ρόδες και στο τέλος να επιστρέφεις στο σπίτι με τα πόδια. Ή ακόμα χειρότερο με μια μηχανή ανατολικοευρωπαϊκής προέλευσης της προηγούμενης τεχνολογικής γενιάς, τις μοναδικές μηχανές στον κόσμο ίσως που ακόμα και η μανιβέλα βρίσκεται αριστερά. Σκέτη ξεφτίλα.
Ευτυχώς που, μέχρι τώρα δε βρέθηκα σε παρόμοια ανάγκη. Ο Άγιος Καβαλάρης με προστάτεψε.

*


Μ’ αρέσει να φαντάζομαι, να φαντασιώνομαι. Όταν απ’ το ύψωμα του Αγίου Σίλα κοιτάζω το τοπίο της θάλασσας, το νησί απέναντι και το Όρος, σκέφτομαι τρόπους ν’ αποδράσω.
Θυμάμαι μια φορά που τα είχα κοπανίσει λίγο παραπάνω, τράβηξα και δυο τσιγαριλίκια, έκλεισα τα μάτια, άνοιξα τα χέρια και πέταξα πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών. Κοίταζα τα καπνομάγαζα, τις Καμάρες και διάλεγα το σπίτι που θα κατοικούσα. Έμπαινα απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα και τραβούσα γραμμή για την κρεβατοκάμαρα. Κανένα μυστικό κανενός δεν έμενε κρυφό από μένα. Σε παρόμοιες πτήσεις είδαν και είδαν τα μάτια μου. Τους πιο παράξενους καβγάδες, τους πιο πρωτότυπους έρωτες, τα πιο ανώμαλα συμπλέγματα. Μια φορά τρύπωσα σε ένα απ’ αυτά.

*


Σκέφτομαι τρόπους να πετύχω. Βουτάω το μυαλό μου στο οινόπνευμα και τότε το ποτό αναβλύζει ξανά με τη μορφή της επιτυχίας.
Η Νέλλυ δεν έπινε σταγόνα. Τι μπύρες της άνοιγα, τι τσίπουρο την κερνούσα, τίποτα. Βρε την κανάκευα, βρε την παρακαλούσα, εκείνη στο πείσμα της. Μουλαρωμένη στο όχι. Σκέτο ξενέρωμα.
Για την επιτυχία που έλεγα. Να μπω στο σώμα των δικυκλιστών ή να σαλπάρω για την Αμερική; Κάποια προσπάθεια που έκανα για κει κατά το παρελθόν πήγε χαμένη.
Τι έχουν, σκέφτομαι, οι άλλοι και πετυχαίνουν; Τι κάνουν, ρε γαμώ το, που δεν κάνω εγώ; Δε μιλάω για τα βουτυρόπαιδα του μπαμπά, τους φλώρους, που τα βρήκαν όλα έτοιμα, στο πιάτο. Άσε που αυτοί, όσα κι αν κονομήσουν, φλώροι θα παραμείνουν. Στους άλλους αναφέρομαι, στους μάγκες, τους αυτοδημιούργητους της πραγματικότητας.
Αν και για μένα δεν υπάρχει πραγματικότητα. Γιατί είμαι εγώ ο ίδιος που τη διαμορφώνω και δεν είναι η πραγματικότητα που με διαμορφώνει. Απ’ τη μέρα που βγήκα απ’ τ’ αυγό ήξερα πως θα ζήσω μια φορά. Όσο είμαι νέος. Ή αρκετά νέος. Έπειτα, όλα τ’ άλλα που θα ‘ρθουν θα μου είναι ξένα. Δε θα είναι πια για μένα, αλλά για τους άλλους που θα με αντικαταστήσουν. Άλλοι μάγκες θα βουτάν το δάχτυλο στο μέλι…







Αυτές οι μαγικές αποστάσεις,
ξέρουν όλα τα μυστικά μας.