Το ελάχιστον της ζωής του


Το ελαχιστον της ζωής του


Αποσπάσματα

Σελ 19-21

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ο χειμώνας ήταν βαρύς και η γυναίκα του Ιμπραήμ αγά, στη δέκατη έβδομη γέννα της. Οι πόνοι κατελάμβαναν το σώμα της κι αυτή δε μπορούσε να κρατήσει το μαύρο αίμα που κατέβαινε σε μικρές δόσεις και της έγλυφε τα πόδια. Ούτε και οι γυναίκες, οι πάντα πρόθυμες να συμπαρασταθούν σε λύπη ή ευκολία, που τώρα της ζέσταναν τα νερά, την σκούπιζαν και της τραγουδούσαν, κατάφεραν να σταματήσουν την κόκκινη εξάντληση. Τράβηξαν το κεφάλι του μωρού έξω, της κράτησαν τα πόδια ανοιχτά και συνέχισαν να βγάζουν το υπόλοιπο σώμα. Αυτό γλιστρούσε μέσα στα υγρά και τις βλέννες. - Καλό σημάδι, είπαν. Θα είναι τυχερό. Αγνοούσαν το παραπανίσιο αίμα και βιάζονταν να φτάσουν εκεί που σηματοδοτείται ο διαχωρισμός των φύλων, για να ορίσουν ανάλογα τους δρόμους της ευτυχίας του νεογέννητου, μέσα από ιδιαίτερες ευχές και άλλου είδους μινυρίσματα. Είδαν την αρσενική προεξοχή και έβγαλαν άγρια φωνή. Την χτύπησαν και την σάλιωσαν: να είναι ευχερής και ικανή, προσβλέποντας, σ’ αυτή τη γόνιμη έλευση, περισσότερους πιστούς του Αλλάχ. Έσυραν πίσω την τρυφερή ακροβυστία, να είναι εύκολη όταν θα ερχόταν η ώρα της περιτομής και θα δεχόταν τη σφραγίδα της Διαθήκης . Σήκωσαν το νεογέννητο από τα πόδια και το γύρισαν ανάστροφα. Να κλάψει κι άλλο, να χορτάσει το κλάμα και να μην το ζητήσει στο υπόλοιπο της ζωής του. Μίλησε η πρώτη. - Να κατατρώγεται από ακόρεστη πείνα, να μάθει και να πράξει τα πάντα. Να αρδέψει ερήμους, να συνδέσει ποταμούς. Να ανεγείρει πόλεις, να φέρει ευημερία υλική. Να εξαλείψει τον πόνο του σώματος. Μ’ αυτή τη δόξα να υψωθεί στα αξιώματα, να γίνει Μέγας.
Η δεύτερη είπε μια φράση και μ’ αυτή συμπλήρωσε όλη τη διάρκεια της ζωής του νεογέννητου. - Να ζήσει εκατόν είκοσι τρεις κύκλους της γης γύρω από τον ήλιο.
Η τρίτη βυθίστηκε στα άπειρα πεπραγμένα των ανθρώπων και αποφάσισε για τη νέα ζωή, τελεσίδικα. - Εγώ βασιλεύω τον πόνο, εγώ άρχω τη διάρκεια, είπε. Ορίζω τα υπόλοιπα: αμετάκλητα. Τράβηξε τις άλλες δύο και βγήκαν έξω στη νύχτα.
Μία γυναίκα χριστιανή, σταύρωσε κρυφά το νεογέννητο τρεις φορές, και μουρμούρισε ένα τροπάριο της γεννήσεως, μισό, με το φόβο του κρίματος που μύρωνε ένα αλλόθρησκο. Τη μάνα την καλοτύχισαν για την αρρενογονία, ύστερα της έκλεισαν τα μάτια και της έδεσαν το στόμα. Την ώρα που κόντευε να σηκωθεί το πρώτο φως της ημέρας. Στο μεταξύ, είχαν στείλει τα παιδιά, που δεν τους έπαιρνε ο ύπνος από τα πολλαπλά συμβάντα, να ψάξουν και να βρουν τον Ιμπραήμ. Σκέφτηκαν πως τον πήρε η νύχτα στα κλειδιά του νερού και έδωσαν εντολή να τον φωνάξουν, ενημερώνοντάς τον για τον τοκετό της γυναίκας του. Το θάνατο τον έκρυψαν. Δεν ήταν όμως μικρή η απόσταση, αφού το σπίτι του υδρονόμου ακουμπούσε στα μπεντένια που κατέβαιναν στη θάλασσα, και οι αγροί βρίσκονταν έξω από τα τείχη, μακριά. Τα παιδιά φώναξαν, σχεδόν με χαρά, το όνομα του Ιμπραήμ πολλές φορές και διαλάλησαν την αρσενική γέννα. Δεν τον αντάμωσαν όμως, και στο τέλος δε τον βρήκαν. Επέστρεψαν ξεθεωμένα, έμειναν έξω από την πόρτα και τον περίμεναν να γυρίσει μόνος του το ξημέρωμα.
Οι νοικοκύρηδες όμως που τον είχαν δει να γλιστράει το σούρουπο τοίχο τον τοίχο και να τρυπώνει στο ξένο σπίτι, δεν θέλησαν να μαρτυρήσουν πως, όλη τη νύχτα ήταν στην κάμαρη της Εβραίας. Συνόδευσαν βουβοί την επομένη ημέρα τη λεχώνα στην χέρσα περιοχή που βρίσκονταν τα τουρκικά μνήματα. Καθάρισαν το χώμα από τα χόρτα, την ακούμπησαν κάτω και την καλοστράτισαν, χωρίς να της μιλήσουν για τα καμώματα του Ιμπραήμ. Λες και δεν τα ήξερε εκείνη όσο ζούσε. Όταν γεννούσε τα δέκα επτά παιδιά του, και τα άλλα που δεν είχαν γραμμένες ημέρες και χάθηκαν νωρίς. Πήρε όλα τα βάσανα μαζί της σκεπασμένα, και έφυγε φορτωμένη.
Έτσι ή αλλιώς, το δέκατο έβδομο παιδί του Ιμπραήμ αγά ήρθε στον κόσμο για να προστεθεί στη σειρά των νόμιμων απογόνων, και των νόθων, που είχε σπείρει εδώ κι εκεί. Γεννήθηκε αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο παιδί του γάμου του, αφού αναπάντεχα εκείνη τη χρονιά θα γυρνούσε αντίστροφα ο δείκτης της ζωής του. Έτσι όπως τον είχαν ορίσει τα γραμμένα της μοίρας του. Μιας ζωής που, αφού τη μοίρασε σε δύο τόπους, τη γλέντησε στη συνέχεια για τα καλά. Αφού του κληροδοτήθηκε να την σεργιανάει αδιάκοπα στα επίγεια λιβάδια, τα αμπέλια και τους ελαιώνες που συνόρευαν με τα βόρια τείχη της νέας του πολιτείας. Να ορίζει επί πλέον αυτός, τις ώρες της άρδευσης και του δικαιώματος των κατοίκων στην αφθονία ή τη στέρηση του πολύτιμου νερού. Μέχρι να του περάσουν, οι ομόθρησκοί του, τη θηλιά.


Σελ 48-52
ΔΙΑΣΚΕΛΙΣΕ Ο ΙΜΠΡΑΗΜ ΤΟ ΝΩΠΟ ΧΑΜΟ της γυναίκας του και διαισθάνθηκε έναν άλλο θάνατο να έρχεται και να τον τυλίγει στη στάχτη του. Διέκρινε καθαρά σ’ εκείνο τον καλπασμό, το αποτύπωμα του δικού του ονόματος. Τον είδε στο σχήμα μιας μαύρης γραμμής επάνω στο νερό. Άρχιζε από το σημείο της ακτής που ακουμπούσαν τα πόδια του και συνέχιζε η απόσβηστος γραμμή το σιρίτι της, με κατεύθυνση την απέναντι νήσο. Είδε τον αφανισμό του να αναρριχάται και να επικρέμαται στο σχήμα βρόχου. Την προδοσία να στρέφεται εναντίον του, και αισθάνθηκε το διωγμό. Σκέπασε το λαιμό του για να προστατευθεί από την πλέξη της ασφυξίας που τον απειλούσε. Θυμήθηκε την πρώτη εικόνα της πολιτείας που έμελλε να γίνει η δεύτερη πατρίδα του, όπως την είχε αντικρίσει από ψηλά. Μαζί και την πρόβλεψη πως, δεν θα ξεχνούσε ποτέ την εντύπωση του γυαλιστερού πετάλου και την απόφαση να κλειστεί στην καμπύλη του. Να ασφαλιστεί και να κατοικήσει. Διέβλεπε τώρα πως το νόμισμα της μοίρας του είχε αλλάξει και δεν διέθετε πια την ίδια δύναμη εξαργύρωσης, ούτε την προοπτική της ισχύος του. Φοβήθηκε και λυπήθηκε για το χρόνο που σπατάλησε μαζεύοντας φραγκοστάφυλα των γκρεμών και βδέλλες της λάσπης. Επέστρεψε στο θάνατο της γυναίκας του και συνόψισε, με απροσδόκητους τρόπους, αυτό που υπήρξαν οι δικοί του απόντες. Ανακάλεσε τους θανάτους των παιδιών του που δεν έζησαν, δε μεγάλωσαν και δεν του άφησαν εγγόνια. Έφερε στη μνήμη χαμούς της πρώτης του πατρίδας, και αφέθηκε να ταξιδέψει σε θανάτους τρίτους, τέταρτους και ξένους. Είχε δει αρκετούς από την απόσταση της αδιαφορίας ή τον εντυπωσιασμό της μοναδικότητας που έφεραν. Και της ανακολουθίας ακόμη που συνόδευε μερικούς απ’ αυτούς. Όπως το τέλος του μονοδάχτυλου μυλωνά, αδελφού της μάνας του, που την αναχώρησή του συνόδευσαν μυθεύματα και γέλια.
Έλεγαν πως, όταν πέθανε η πρώτη γυναίκα εκείνου του αλεστή, χωρίς να πατήσει τα δέκα οχτώ της χρόνια, όμορφη και μοναδική στην ασπράδα, ήταν απαρηγόρητος. Στην απόγνωση, έκοψε κρυφά το μικρό δάχτυλο της νεκρής, για να το φυλάξει και να το προσκυνά μόνος. Έκοψε παράλληλα και το δικό του μικρό, δύο φάλαγγες στο αίμα, σε ένδειξη αβάσταχτου πένθους. Θέλησε να πονέσει και να έχει τη σκέψη του στον πόνο. Να δυσχεραίνεται στις εργασίες του και να μη την ξεχάσει από το εμπόδιο. Έκαμε, μετά από λίγα χρόνια, το ίδιο στην απώλεια της δεύτερης γυναίκας του. Το μικρό δάχτυλο εκείνης, τον δικό του παράμεσο. Συνέχισε στο θάνατο της τρίτης, της τέταρτης γυναίκας του ακολούθως, και επανέλαβε την αφαίρεση, σαν έθιμο απελπισίας, και στους θανάτους των άλλων γυναικών του. Μέχρι που στο τέλος του έμεινε μόνο ο δεξιός του αντίχειρας. Αυτό συνέβη, όταν ήρθε ο χαμός και της ένατης γυναίκας που παντρεύτηκε. Έλεγαν οι συγχωριανοί του πως, προνοητικός καθώς ήταν, κράτησε τελευταίο το επιδέξιο δάχτυλο του καλού του χεριού, μήπως, χάριν αυτού, μπορέσει να κρατήσει το μαχαίρι, για να συνεχίσει τη διατομή, αν χρειαζόταν, και μετά το χαμό της δέκατης γυναίκας που θα έπαιρνε. Και σε όσες άλλες αποδημίες γυναικών τύχαινε να ακολουθήσουν. Να συνεχίσει, δηλαδή, τον ίδιο τρόπο πένθους, με τα υπόλοιπα δάχτυλα που διέθετε• εκείνα των ποδιών του. Με αποτροπιασμό έλεγαν ακόμη πως, τα κομμένα δάχτυλα που προέκυπταν, τόσο των γυναικών, όσο και των δικών του άκρων, δεν τα κρατούσε φυλαχτά, σύμφωνα με την πρώτη του επιθυμία, αλλά τα έριχνε στο άλεσμα, όσο ήταν φρέσκα. Στη συνέχεια μοίραζε το χαρμάνι στους ανυποψίαστους συγγενείς και φίλους, για να φάνε και να συγχωρήσουν τις πεθαμένες. Όλες όσες έφυγαν λειψές και τετραδάχτυλες.
Τα καμώματα εκείνου του απεγνωσμένου θυμήθηκε ο Ιμπραήμ, όσο έριχνε πέτρες στο νερό, με την προσδοκία να απλώσουν περισσότερο, μ’ αυτή την κίνηση, οι κύκλοι της μνήμης του, μήπως μπορέσουν και προσκομίσουν περισσότερη ιλαρότητα εντός του. Ίσως και ανακούφιση. Άλλωστε η μόνη σωτηρία εκείνης της ώρας ήταν να έβρισκε τον κόσμο στον οποίο θα ησύχαζαν οι φόβοι του. Γνώριζε τα σκοτεινά μονοπάτια με τις ονομασίες τους, γι αυτό έδωσε όνομα στο σύμβολο του απόλυτου κακού. Την αρρώστια που δεν γιατρεύεται και φτάνει ως το τέλος, την είπε Θάνατο. Αυτός κυριεύει, κατέληξε, και έριξε κι άλλη πέτρα στο νερό. Αναρωτήθηκε, σε ποιο χρώμα είναι βουτηγμένη η καρδιά της θάλασσας, και τη σημάδεψε. Της πέταξε την πιο μεγάλη πέτρα, με σκοπό να την πονέσει. Είδε τον προορισμό κρυμμένο στην τύχη των ανθρώπων και μίλησε στη γυναίκα του αλλόκοτα. Συγχέοντας ευεργετικά την παρουσία με την απουσία, τη ζωή με το θάνατο, της ζήτησε να γίνει σύννεφο, αέρας δροσερός και, με την απαλή βροχή, να έρχεται στο σπίτι τους. - Μάτια μου, γίνου σύννεφο και δροσερός αέρας και γίνου σιγαλή βροχή κι έλα στα κεραμίδια. Μετά απ’ αυτό το αίτημα, έσκυψε ταπεινωμένος στο χώμα και παρακάλεσε τρυφερά τον Αλλάχ. - Σήκωσέ την επάνω, δείξε της να δει πώς προβάλει ο ήλιος και φέγγει απ’ αυτόν ο κόσμος όλος. Ύστερα, πάρ’ την στον κήπο των θαυμάτων σου, κάν’ την πεταλούδα κι άσε την ήσυχη να ζει. Λυπήθηκε ο Ιμπραήμ μ’ αυτές τις μέριμνες κι ακόμη περισσότερο που τα εν ζωή τέκνα του έμειναν λίγα μόνο δέκα επτά. Η επόμενη σκέψη όμως, υπακούοντας στους ρυθμούς της κυκλοθυμίας του, του ξαλάφρωσε την καρδιά. Ευχήθηκε να του δώσει σύντομα κι άλλα παιδιά ο Αλλάχ, και λαχτάρησε τον επόμενο γάμο του. Τον φαντάστηκε να έρχεται, μέσα στον χρόνο που έτρεχε.
Στο αρσενικό νεογέννητο έδωσε το όνομα Μωχάμετ και, φτύνοντας την ευλογία του, ευχήθηκε να του μοιάσει. Έπρεπε ν’ αναζητήσει τροφό. Δεν τον ενδιέφερε αν ήταν μουσουλμάνα, αρμένισσα ή χριστιανή, αρκεί να είχε δικά της παιδιά και τα στήθη της να διέθεταν περίσσευμα από γάλα. Το πρώτο όνομα που τον επισκέφθηκε ήταν της Αργυρής. Της γυναίκας του Παναγιώτη Καραπαναγιώτη, στον Άγιο Γεώργιο του Ραχωνίου της Θάσου. Επικαλέστηκε την εικόνα της και βεβαιώθηκε για την επιλογή. Τύλιξε το βρέφος στα πανιά και ήταν σαν να σπαργάνωνε, μ’ εκείνη την απόφαση, τη διπλή του διάρκεια. Τις δύο ζωές, στις δύο πατρίδες του. Την επόμενη ημέρα, πέρασε στο νησί.
Το ανερμήνευτο στην απόφαση είναι ότι, μεταξύ χιλίων εξακοσίων Μωαμεθανών, εξακοσίων Εβραίων και τριακοσίων Χριστιανών της πολιτείας, ο Ιμπραήμ επέλεξε έναν Θάσιο χριστιανό. Να του εμπιστευθεί το τελευταίο του παιδί, παραδίδοντάς το παράλληλα, σε γάλα αλλόθρησκης.


Σελ 107-110

ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΧΡΟΝΙΑ Ο ΤΟΥΡΜΠΑΤΖΗΣ της Πράουστας, Τοσσούν μπέης, πήγε στη Θάσο και ανέβηκε, χωρίς χρονοτριβή, στον Άγιο Γεώργιο του Ραχωνίου. Οι κάτοικοι του χωριού πανικοβλήθηκαν από την απροσδόκητη παρουσία και προδίκασαν μπελάδες και συμφορές. Ο Τοσσούν μπέης κατευθύνθηκε προς το σπίτι τού Παναγιώτη Καραπαναγιώτη και, με τόνο που δεν επέτρεπε αντιρρήσεις, ζήτησε να τον δει. Η Αργυρή βγήκε στην πόρτα υπερήφανη, σχεδόν απειλητική. Έφραξε με τον όγκο της το άνοιγμα και αντιλήφθηκε αμέσως το σκοπό της επίσκεψης. Είχε ακουστά, από τον άντρα της, για τον φρούραρχο και την Πράουστα. Γι αυτό δεν ανησύχησε από τη σκαιή εμφάνιση του αξιωματικού. Ήξερε πως, ο Τοσσούν ήταν διοικητής μιας τούρμπας στρατού με έδρα το Πράβι. Πως ήταν συγγενής του Ιμπραήμ και θείος του Μωχάμετ. Πως οι δύο άντρες είχαν αρκετά πάρε δώσε, όσο βρισκόταν στη ζωή ο υδρονόμος. Είχε κι άλλα ακουστά που αφορούσαν την κατά των Χριστιανών στάση του στρατιωτικού, αλλά εκείνη την ώρα προείχε η παράδοση του ανήλικου.
Οι δύο βαθμοφόροι που συνόδευαν τον Τοσσούν μπέη, στάθηκαν διακριτικά πίσω. Αυτός μίλησε με τρόπο απότομο στον Καραπαναγιώτη και ζήτησε ευθύς την κηδεμονία του Μωχάμετ. Δε γνώριζε πως, το ζεύγος των Χριστιανών που είχε επωμισθεί πριν από έξι χρόνια τη φροντίδα του, δεν θα έφερνε αντιρρήσεις. Ο Παναγιώτης αισθανόταν πως είχε εκπληρώσει με το παραπάνω το χρέος του προς τον αλλόθρησκο φίλο του και συμφώνησε. Η Αργυρή ένοιωθε να την αγγίζει το χέρι Εκείνης και να συναινεί για την παράδοση του αγοριού. Είχε παρέλθει προ πολλού η περίοδος του θηλασμού. Χαιρόταν γι αυτό και αγάλλονταν. Αισθανόταν να την κυριεύει ευγνωμοσύνη και απηύθυνε ευχαριστίες στην τιμιωτέρα των Χερουβίμ . Ένοιωθε πως με την πράξη της, είχε ξεπλύνει μέρος του παλιού αμαρτήματος που της φόρτωσε η μαύρη. Εξ αιτίας εκείνου του συναισθήματος, δεν είχε αντίρρηση η Αργυρή. Μόνο που κρυφά είχε θρέψει το όνειρο, αν έμενε μαζί της ο Μωχάμετ, να τον βαφτίσει μια μέρα και να τον καταστήσει, με την τέλεση του μυστηρίου, χριστιανό. Να του αλλάξει το όνομα, και να τον πει Χριστόφορο. Να μην παραπέμπει στον Μωάμεθ, αλλά ν’ ακούει στο όνομα Εκείνου, και να φέρει Αυτόν. Ήθελε να εκπληρώσει αυτό το όνειρο η Αργυρή, στη μνήμη του νεαρού διάκου που, πριν από πολλά χρόνια, κακοποίησε μια ομάδα φανατισμένων Μωαμεθανών. Ήταν βράδυ Παρασκευής, στο σχόλασμα των πρώτων Χαιρετισμών. Του ρίχτηκαν και τον έδεσαν πισθάγκωνα κάτω από το καμπαναριό της εκκλησίας. Στη συνέχεια του έβγαλαν το ράσο και τα υπόλοιπα ρούχα, του έκοψαν τα γένια με σουγιά και τον έκαψαν με λάδι που αφαίρεσαν από την αποθήκη του ναού. Η αρπαγή είχε εξελιχθεί σε γλέντι όσο κρατούσε ο βρασμός του λαδιού στο πίσω μέρος του προαύλιου. Ήπιαν οι δαιμονισμένοι, μέθυσαν και έπρεπε να ξεσπάσουν. Έριξαν το πυρωμένο υγρό στα γεννητικά όργανα και στους έλικες των αφτιών του. Στο τέλος, του κράτησαν το στόμα ανοιχτό και άδειασαν το υπόλοιπο τού δοχείου στο λάρυγγα να θανατώσουν το κελάηδισμα της φωνής του. Ο κληρικός, μαζί με την τελευταία του κραυγή, παρέδωσε και την ψυχή του. Τον σκεφτόταν η Αργυρή και δεν είχε ξεκαθαρίσει στη σκέψη της αν περισσότερο σεβόταν το ένδυμα, πονούσε το μαρτύριο ή αγαπούσε ακόμη εκείνο το φάντασμα. Ήταν μικρή όταν συνέβησαν τα ανόσια και δεν είχε προλάβει καν να κοιτάξει τα μάτια του. Κράτησε μόνο τη μελωδία των ψαλμών του στη μνήμη της και το σχήμα της σκιάς του, όπως έστριβε τη γωνία ενός τοίχου. Μπορεί όμως, η αλλαξοθρησκεία που επιθυμούσε η Αργυρή για τον Μωχάμετ, να έκρυβε το ελάχιστο μιας εκδίκησης απέναντι στα αγόρια που άρπαξαν οι γενίτσαροι από το χωριό της. Τα τούρκεψαν και τα αφάνισαν. Ονειρευόταν η Αργυρή να ακούσει την ανάγνωση των εξορκισμών, την απόταξη του σατανά και την ένταξη του βαπτιζομένου στο στρατό του Χριστού. Να κατεβεί η χάρις της απολυτρώσεως, η ευλογία του Ιορδάνη και η καθαριστική ενέργεια της υπερούσιας Τριάδος. Μπορεί ακόμη, μέσα από μία τέτοια πράξη, να υπολόγιζε στο άνοιγμα της επουράνιας Πύλης και στην εισχώρηση της ψυχής της στη γαλήνη των κήπων του παραδείσου. Το όνειρο της όμως δεν εκπληρώθηκε, παραμένοντας όνειρο, αφού ο Μωχάμετ δεν έγινε υιός φωτός , Χριστόφορος, ούτε μεταμορφώθηκε εν Χριστώ και κατά Χριστόν άνθρωπος. Έκτοτε η Αργυρή, δεν σχημάτισε εκείνη την ελπίδα στα χείλη της. Την πήρε μαζί της σαν κρυμμένο αντικλείδι.
Ο Τοσσούν μπέης, χωρίς περιττές καθυστερήσεις, φόρτωσε τον Μωχάμετ στο καΐκι και τον πέρασε στο λιμάνι της Καβάλας. Σκόπευε, χωρίς καμία στάση, να τραβήξει κατ’ ευθείαν για το Πράβι. Να βάλει τον προστατευόμενό του στο σπίτι, ν’ αποκτήσει καινούργια οικογένεια, μουσουλμανική. Ν’ ανατραφεί μαζί με το γιο του Αλή, και να γαλουχηθεί με τις τέχνες του στρατού.


Σελ 178-183

ΕΝΑ ΔΡΟΜΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ βρισκόταν τα λουτρά. Ένας θόλος που άχνιζε συνεχώς. Περνούσε από έξω ο Μωχάμετ ή έμπαινε μέσα, τις ημέρες των αντρών, με την ανάμνηση της πρώτης επίσκεψης. Είχε βρεθεί στο ναό της κάθαρσης, παιδί. Μέσα στο θειάφι και τους χυμούς των εγκάτων της γης, αυτός και το υπόλοιπο του παραδείσου. Ανάμεσα σε γυμνές γυναίκες και ντροπαλά κορίτσια. Του άρεσε εκείνη η εικόνα και την ανακαλούσε συχνά στον ξύπνο του. Τον έτρεφε, και της παραχωρούσε ευρύχωρο χώρο στον ύπνο του. Ήταν τότε που ζούσαν στο Πράβι. Μάιος μήνας και η πρώτη γυναίκα του Τοσσούν μπέη εξεδήλωσε την επιθυμία να κατεβεί στην πολιτεία και να επισκεφθεί τα λουτρά. Είχε ακούσει διάφορα γι αυτές τις θερμοπηγές. Φήμες που ξεκινούσαν από την ηδονή και έφταναν μέχρι δολοπλοκίες, όργια και φονικά. Ο στρατιωτικός το επέτρεψε και η απόφαση πάρθηκε. Οι προετοιμασίες κράτησαν εβδομάδες. Φορέματα, αλλαξιές, αφράτα μπουρνούζια, ψιμύθια και μυραλοιφές. Η αρχόντισσα έδωσε εντολή για τα απαραίτητα φαγώσιμα: μεζέδες από τρυφερούς βλαστούς και φύλλα κληματαριάς, γλυκίσματα του ταψιού και χυμούς φρούτων. Όλη την ώρα, στα πίσω δωμάτια, οι γυναίκες μιλούσαν για το μακρινό ταξίδι. Είχε σχηματισθεί ολόκληρη κουστωδία από θηλυκά: δούλες, παρακόρες, φίλες της γειτονιάς και οι θυγατέρες τους. Ακόμη, ο Αλή και ο Μωχάμετ. Τα δύο αγόρια βρίσκονταν στην πριν από την ήβη ηλικία και τους επιτρέπονταν να τις ακολουθούν. Να εισχωρούν μαζί τους στα άδυτα των γυναικών. Ασχημάτιστα ακόμη, τα θεωρούσαν αγνά και ασκανδάλιστα. Κάποτε, όλο αυτό το πλήθος ήταν έτοιμο. Ξεκίνησαν πριν χαράξει, μη τις βρει ο ήλιος και αρπάξει την ασπράδα. Όταν έφτασαν, ξεχύθηκαν στα πολύχρωμα παζάρια του υδραγωγείου. Πλησίαζε το μεσημέρι όταν κουράστηκαν, σκονίστηκαν και τράβηξαν για τα λουτρά. Αυτά βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο της πόλης, σε μικρή απόσταση από το τζαμί, τα πανδοχεία και τα εστιατόρια του λιμανιού. Ιδανική γειτνίαση όλων όσων απευθύνονταν στην κάθαρση της ψυχής και την απόλαυση του σώματος. Οι γυναίκες σκόρπισαν στα μικρά δωμάτια με τις τζαμωτές προσόψεις. Στα δύο αγόρια παραχώρησαν ένα ξεχωριστό, να είναι δικό τους στην προετοιμασία. Τίποτε από το ελκυστικό κλίμα του εσωτερικού χώρου δεν υπήρχε στην εξωτερική εμφάνιση του λουτρού. Στη μέση της αίθουσας βρισκόταν ένα μεγάλο τραπέζι πλημμυρισμένο από φρουτιέρες με φρούτα, δίσκους και ποτήρια για το σερβίρισμα του τσαγιού. Στους τοίχους υπήρχαν ζωγραφιές ημίγυμνων γυναικών με εμφανή στα πρόσωπά τους την τρυφηλότητα. Ακόμη, κλουβιά με παράξενα πουλιά που καλωσόριζαν τους εισερχόμενους, κεριά αρωματικά και ολόσωμους καθρέφτες που πολλαπλασίαζαν τον εντυπωσιασμό. Προσπέρασαν τον πρώτο θάλαμο με τους, στρωμένους από λευκά σεντόνια, αντικριστούς καναπέδες και μπήκαν στην κύρια αίθουσα. Μόλις την αντίκρισε ο Μωχάμετ την παρομοίασε με την κόλαση αργότερα, με την είσοδο του παραδείσου. Βρέθηκε ανάμεσα σ’ ένα σμάρι γυμνών σωμάτων, που το τύλιγε το θάμβος. Δε μπορούσε να διακρίνει καθαρά, γιατί η υγρασία από τους ατμούς ήταν διάχυτη σ’ όλο το χώρο. Από τα ανοίγματα του τρούλου έμπαιναν στρογγυλές δέσμες φωτός, που βυθίζονταν στα νερά. Χοντρές σταγόνες κρέμονταν από τους τοίχους, τα σίδερα και την οροφή. Έσταζαν στις πλάκες ή έπεφταν επάνω στα γυμνά σώματα, που βιάστηκαν να ξαπλώσουν στα μάρμαρα. Τα δύο αγόρια τραβήχτηκαν στην άκρη κι αφέθηκαν να κοιτάζουν έκθαμβα την ασβεστωμένη οροφή, κάθιδρη από τον ατμό που πύκνωνε εκεί. Δεν ήξεραν πού έπρεπε να σταθούν, τι να κοιτάξουν και τι ν’ αγγίξουν. Μια στάλα, που ζυγιαζόταν ώρα ψηλά, γέμισε χορταστικά, αποκόπηκε από το στήριγμά της κι έπεσε στο μέτωπο του Μωχάμετ. Μια νέα γυναίκα του σπιτιού τον τράβηξε και τον ξάπλωσε κοντά της. Το μάρμαρο ήταν καυτό. Βρέθηκε ανάμεσα σε δύο άσπρα σώματα, τόσο διαφορετικά από το δικό του. Το θέαμα θα ήταν σίγουρα αστείο. Τον πλημμύρισε η θέρμη τους. Έκλεισε τα μάτια κι επικαλέστηκε διαφορετικές παραστάσεις. Πυρωμένα ποτάμια στα έγκατα της γης και νερά ζεστά των πετρωμάτων. Ένα παρόμοιο ποτάμι ένοιωσε να κοχλάζει μέσα του ζητώντας να εκραγεί. Θυμήθηκε πως κάποτε είχε ξαπλώσει στα χόρτα με την Άννα δίπλα του. Την είχε παρακινήσει να βάλει το χέρι της ανάμεσα στα πόδια του. Εκείνη το κράτησε εκεί και δεν το τράβηξε. Του φάνηκε πως σάλεψε το χέρι της γυναίκας που ήταν δίπλα του, ακούμπησε την κοιλιά του και άρχισε να κατεβαίνει χαμηλά. Ντράπηκε και βιάστηκε να γυρίσει μπρούμυτα. Ο ιδρώτας του έτρεχε από τις μασχάλες, το λαιμό και τις βλεφαρίδες του. Οι κουβέντες των γυναικών είχαν γίνει βαριές. Άκουγε την ανάσα και έβλεπε τις νωχελικές κινήσεις των χεριών τους. Προσπαθούσαν να διώξουν τις σταγόνες από πάνω τους, χάιδευε η μία την άλλη αναφωνώντας θαυμαστικά, έγλυφαν τις ρόγες τους και χαμογελούσαν παραδομένες.
Ξαφνικά, σαν κάποιος να έδωσε παράγγελμα, σηκώθηκαν. Με προσεκτικά βήματα που τα συνόδευαν λεπτές κραυγές και γέλια, μπήκαν στο μάρμαρο της γούρνας και βυθίστηκαν στο νερό. Βούλιαζαν, επέπλεαν, γυρνούσαν ανάσκελα και τα στήθη τους προεξείχαν από την ταραγμένη επιφάνεια. Ο Μωχάμετ τράβηξε τον Αλή σε ένα λειασμένο βαθούλωμα του μάρμαρου, κι από ‘κει τις άκουγαν που τιτίβιζαν. Παρατηρούσαν το κράμα της παχύρρευστης ομορφιάς που αργοσάλευε, σαν μέσα σε μικρή θάλασσα. Διπλωμένα κορμιά με ευτραφείς γοφούς, και άλλα νεώτερα με γεμάτα στήθη κι αρμονική λάξευση. Κι ακόμη, εκείνα που βιάζονταν να σχηματισθούν καθώς οι ρόγες τους δεν πρόλαβαν να ξεχωρίσουν αρκετά, και το ξανθό χνούδι δεν έφτανε να σκεπάσει την ηβική χώρα. Ντρέπονταν τα μικρά κορίτσια και ένωναν τις παλάμες τους για να προστατευθούν. Ο θερμός πίδακας νερού στην προσγείωσή του, από τον κρουνό στο σβέρκο των αγοριών, τους ηρεμούσε. Αισθάνονταν να τους λούζουν φίλτρα μαγικά, ικανά να τους προσδώσουν θεϊκές δυνάμεις. Απροειδοποίητα ο Μωχάμετ σκέφτηκε πως, αν επιθυμούσε να δραπετεύσει και να βρεθεί στη σκοτεινή τέχνη της πλεκτάνης, θα μπορούσε να φανταστεί τη γούρνα κόκκινη. Να αναβλύζει το ζεστό αίμα κάποιου άρχοντα, από αιφνίδια χτυπήματα. Ένα μαχαίρι να βρίσκει σιωπηλά το στόχο του και να πνίγεται εύκολα η κραυγή του φονικού. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την ανδροκτονία, γιατί η ίδια δούλα τον τράβηξε από το νερό και τον ανάγκασε να καθίσει δίπλα σε μια γούρνα, σμιλεμένη σε σχήμα αχιβάδας. Άρχισε να τον λούζει, πείθοντάς τον να αφεθεί στην εμπειρία των χεριών της. Περνούσε το σαπούνι σε όλο του το σώμα, κοντοστεκόταν επιλεκτικά, και τον κοίταζε στα μάτια. Διέκρινε στο άνοιγμα των χειλιών του την προσμονή και με απαλές κινήσεις επιτάχυνε τον ερεθισμό. Τα γυμνά πόδια της άνοιγαν και έκλειναν στον ίδιο ρυθμό, και ο Μωχάμετ άκουγε τον παφλασμό που προκαλούσε ο ιδρώτας τους. Σύντομα, στη χούφτα της γυναίκας έσταξε ένα πηχτό, λευκό υγρό. Η ελευθέρωση έφερε τη χαύνωση. Ο Μωχάμετ έκλεισε τα μάτια, μάζεψε τη γλώσσα του και κρέμασε τα χέρια κάτω. Ήταν τέτοια η ανακούφιση που το απαλό μακεδονίτικο φως, έτσι όπως τόξευε στο νερό από τα πλαϊνά παράθυρα, σίγουρα θα φώτιζε το πιο χαλαρό χαμόγελο που είχε καιρό πολύ να ανθίσει επάνω στο πρόσωπο του αγοριού. Δεν πρόλαβε να χορτάσει την απόλαυση γιατί, την επόμενη στιγμή, ένοιωσε να διατρέχει το άψυχο κορμί του κάτι τραχύ που τον έγδερνε. Έντρομος είδε την θεραπαινίδα να κρατάει ένα σφουγγάρι από ψίχα κολοκυθιού και να τον τρίβει με τρόπο, εκ διαμέτρου αντίθετο από την αβρότητα που του είχε προσφέρει πριν από λίγο, λες και ζητούσε να της επιστραφεί η προσφορά. Επιχείρησε ν’ αποσπασθεί από τα χέρια που τον κρατούσαν γερά αιχμάλωτο. Η γυναίκα, στην προσπάθειά της να διώξει κάθε μορφή ακαθαρσίας, απέβαλε όλα τα νεκρά κύτταρα του αγοριού, και μέρος από τα ζωντανά.
Οι γυναίκες μάζεψαν τα μαλλιά τους, τυλίχτηκαν στα μπουρνούζια και πέρασαν στην αίθουσα με τους στρωμένους καναπέδες. Το μικρό δωμάτιο γέμισε ζωή. Ξάπλωσαν επάνω στη δροσιά, να ανακουφιστούν. Χτένιζε, με τις ώρες, η μία τα μαλλιά της άλλης, έχριζαν τα πρόσωπά τους με αλοιφές και έσταζαν αρώματα. Μασούσαν χιώτικη μαστίχα και δέχονταν την προσφορά φρέσκων χυμών, λαχταριστών μεζέδων, τρίγωνων κομματιών από πίτες που έσταζαν βούτυρο και γλυκισμάτων ποτισμένων στο σιρόπι. Μέσα από τις γεύσεις αισθάνονταν πλούσιες κι ευτυχισμένες. Ο τόπος όλος είχε γεμίσει φωνές και αναστεναγμούς ευχαριστίας. Ο Μωχάμετ τις άκουγε και έγλυφε από τα δάχτυλά τους τη γλύκα των κερασμάτων.


Σελ 402-403

ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΕΥΦΑΝΤΑΣΤΟΣ, ο κατ’ ιδιότροπον δόκησιν σκεπτόμενος , κάτοικος της Καβάλας βλέπει τόσες φορές την ίδια εικόνα που συμμετέχει μ’ ευχαρίστηση στη φαντασίωσή της: Πως όταν η ημέρα συρρικνώνεται τον χειμώνα, ο ήλιος βγαίνει ανάμεσα από τα λιγνά πόδια του αλόγου και φωτίζει την ανατολική πλευρά του συμπλέγματος. Αργοπορεί στην κεφαλή του αυτοκράτορα, προσδίδοντας την αίσθηση χριστιανικού φωτοστέφανου. Το φεγγάρι, συχνότερα αυτό, στέκεται καρφωμένο στο σηκωμένο χέρι, κλείνοντας έτσι την καμπύλη της ορμής του.
Το άγαλμα του ευεργέτη, στο πράσινο φαρμάκι του χρόνου.
Του Μωχάμετ Άλη, του Μουχαμάντ Αλί και του Μεχμέτ Αλή πασά.
Γυρίζει βόρεια και η μεγάλη πλατεία περιστρέφεται δυόμισι αιώνες πίσω, με την ράχιν προς την γην. Ακούει το κλάμα του νεογέννητου και δυσπιστεί. Αναρωτιέται αν γεννήθηκε άραγε εδώ ο ιδρυτής της δυναστείας. Αν σε τούτο το βακούφικο αρχοντικό κατοικούσε εκείνος ο κατώτερος υπάλληλος, υδρονόμος Ιμπραήμ αγάς.
Ανεβαίνει τα σκαλιά, στέκεται μπροστά από τη δίφυλλη θύρα και διαβάζει την τρίγλωσση επιγραφή. Μπαίνει στο αρσενικό selamlik και ανασαίνει τη μυρωδιά του καιόμενου καρπού. Εισχωρεί στο harem των γυναικών και ακούει το θρόισμα των αραχνοΰφαντων υφασμάτων πίσω από επιχρισμένους μπαγδαδοπήχεις. Αισθάνεται δεκάδες μάτια να τον παρατηρούν ανάμεσα από ασφαλή καφασωτά.
- Δεν ξέρω τίποτε, ομολογεί, δεν τον γνώρισα, κι αρχίζει να παρατηρεί:
Η βρύση, η μαρμάρινη γούρνα. Το χαγιάτι, η σειρά των ξύλινων κιόνων με τα σιγμοειδή επιθήματα. Το ξύλινο περιστρεφόμενο κουτί των φαγητών και οι γυναίκες προφυλαγμένες από τα μάτια των αντρών. Ο οντάς. Τα παράθυρα με τα σκούρα, τα καφασωτά. Τα τζάκια, οι σοφάδες, οι μεσάνδρες, οι γωνίες των σαχνισιών. Το λουτρό.
- Δεν ξέρω τίποτε για ‘κείνον, παραδέχεται.




 

ευτυχώς, ελπίδα μου, που εσύ θα μεγαλώσεις.
νανούρισμα από την περιοχή της λίμνης Βαν.